Στο έρεβος της ψυχής | страница 39

Μαύρο μελάνι, το αίμα του χεριού μου. Τρέχει στον ουρανό μια μοναξιά. Σώματα αντίκρυ, κι όμως χωρισμένα. Μόνα στου χρόνου τα απέραντα. Συνθλίβονται από το φως το ξένο. Περίεργη ακτινοβολία με κοιμίζει. Ζωές τόσες μού προσφέρει, ψεύτικες. Χωρίς λόγο κατεβάζω το κεφάλι. Ο πόθος μου χάθηκε πίσω από το σύμπαν. Στον πάγο μπήκε να διατηρηθεί, και πέθανε. Χωρίς κλάμα πικρό, χωρίς δάκρυα πολλά. Μα θέλησε να μεγαλώσει και προδόθηκε. Λόγο για ζωή έψαξε και δεν βρήκε. Εγώ ζωή για την ζωή δεν μπόρεσα να βρω. Κι όμως, κι όμως αναπνέω ακόμα. Πως κοκκινίζει ο ουρανός, σαν αίμα. Πως χαίρονται οι άγγελοι οι μαύροι. Όποτε θυμάμαι τον ρυθμό της καρδιάς. Κάνει να χτυπήσει πιο έντονα και πεθαίνει. 37