Στο έρεβος της ψυχής | Page 38

Χωρίς λόγο Δεν έρχομαι στη θάλασσα. Φύγε χρόνε. Εδώ στην καρδιά του χειμώνα, ας μείνω. Ας παγώσω σαν μάρμαρο λευκό. Δεν μπορεί ο Ήλιος να με κάνει να γελάσω. Ας εξατμιστεί η άνοιξη, ξανά. Τα χέρια θα σηκώσω στον θεό, σαν λύτρωση. Σαν ευλογία του εξαφανισμένου. Το χιόνι να κάψει την ψυχή μου θέλω. Να την λερώσει με αίμα μαύρο. Γαλήνη στην ησυχία της βροχής να βρω. Μακριά. Μακριά. Μακριά. Μακριά. Πέρα από τα σύνορα του ανθρώπινου. Πέρα από τα όρια του εφικτού. Δίπλα στα όνειρα τα μουχλιασμένα. Τα δικά μου όνειρα θα κοιμηθούν. Σε εφιάλτες ελπίδες θα σκοτώσουν. Το μυαλό μου με απόγνωση θρέφεται. Σαν μωρό, σαν βάρβαρος, σαν ψεύτης. Στο φεγγάρι θα κρυφτώ, με μελάνι. Θα το γεμίσω από του εγώ μου τις πληγές. 36