θέλουν, χωρίς την τήρηση των νόμων ούτε, βέβαια, κατοχυρώνει συγκεκριμένο δικαίωμα για άσκηση της λατρείας σε καθορισμένο χώρο. Εγγυάται, απλώς, στους πιστούς όλων των δογμάτων το δικαίωμα να μπορούν να λατρεύουν το Θεό, με τον τρόπο και με τα μέσα που οι πιστοί επιλέγουν και που επιβάλλουν οι κανόνες της θρησκείας τους, χωρίς αδικαιολόγητα εμπόδια και αυθαίρετες επεμβάσεις της Πολιτείας »( γνωμοδότηση Αντώνη Μανιτάκη με τίτλο” Η συνταγματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών και η ελευθερία της λατρείας, με αφορμή τις χρήσεις της Ροτόντας”, Θεσσαλονίκη 05-03-1995 16).
Έτσι, υπό τους ανωτέρω όρους, η διοικητική αδειοδότηση του χώρου λατρείας αποτελεί « το αναγκαίο μέτρο σε μία δημοκρατική κοινωνία που επιδιώκει ένα νόμιμο σκοπό, δηλαδή την προάσπιση της δημοσίας τάξεως, αφού( η αδειοδότηση) είναι μέτρο ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο αυτό σκοπό »( Α. Π. 20 / 2001).
Στο εννοιολογικό περιεχόμενο της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται( κατ’ άρθρο 3 Α. Κ.) εκείνοι οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που έχουν τεθεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου – δηλαδή του γενικότερου και όχι του ιδιωτικού – συμφέροντος, η εφαρμογή των οποίων δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση, δηλαδή οι κανόνες που ισχύουν και εφαρμόζονται κατά τρόπο απόλυτο, χωρίς να επιτρέπεται η παρέκκλιση, τροποποίηση τους ή εξαίρεση από την εφαρμογή τους δυνάμει κάποιας ιδιωτικής συμφωνίας ή και μονομερούς έκφρασης / εκδήλωσης της αντίθετης βούλησης του υποκειμένου τους.
Συνεπώς, πέραν των οικείων συνταγματικών διατάξεων και των προβλέψεων της ειδικότερης νομοθεσίας, είναι αυτονόητο ότι προκειμένου να αδειοδοτηθεί και να λειτουργεί νομίμως ένας χώρος θρησκευτικής λατρείας, απαιτείται και η τήρηση των κανόνων της υφιστάμενης ρυμοτομικής, πολεοδομικής και υγειονομικής νομοθεσίας αλλά και διατάξεων κοινής ησυχίας, ήτοι κανόνων αναγκαστικού δικαίου και γενικής εφαρμογής, μη δυνάμενων να αποκλειστούν ιδιωτικώς, κανόνων που αποβλέπουν και στην εξασφάλιση των αναγκαίων όρων ασφάλειας και προστασίας των συναθροιζομένων πολιτών.
Ειδικά για τους κανόνες της πολεοδομικής και ρυμοτομικής νομοθεσίας, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους( ΝΣΚ) με τις με αριθμό 343 / 2002 και 121 / 2008 Γνωμοδοτήσεις του, έχει κρίνει ότι: « Στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, οπωσδήποτε και η τήρηση των κανόνων της υφιστάμενης πολεοδομικής και ρυμοτομικής νομοθεσίας που ισχύουν στην περιοχή στην οποία πρόκειται να λειτουργήσει ο ναός ή ο ευκτήριος οίκος ». Επί του θέματος μάλιστα έχει τοποθετηθεί στο παρελθόν και ο Συνήγορος του Πολίτη, διατυπώνοντας την άποψη ότι η πρακτική της χρονικής πρόταξης των πολεοδομικών και κτιριολογικών εγκρίσεων, δεν συνιστά περιορισμό της θρησκευτικής ελευθερίας εφ’ όσον, φυσικά, εφαρμόζεται υπό όρους χρηστής διοίκησης και συνοδεύεται από αντίστοιχη ειδοποίηση των αιτούντων κατ’ άρθρο 4 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας( οράτε το με αριθμό πρωτ. 18893.06.2.6./ 09-09-2008 έγγραφό του καθώς και την από Σεπτεμβρίου 2009 Σύνοψη Διαμεσολάβησης).
Στους γενικά εφαρμοζόμενους κανόνες της δημόσιας τάξεως( πολεοδομικούς, ρυμοτομικούς και δημόσιας υγείας), οι οποίοι αποσκοπούν στην ασφαλή χρήση των κτιρίων και την προστασία τόσο των χρηστών τους όσο και των περιοίκων αυτών, περιλαμβάνονται ιδίως:
( Α) Οι σχετικοί περί των κατηγοριών και του περιεχομένου των χρήσεων γης, ήτοι το Προεδρικό Διάταγμα της 23-02-1987( ΦΕΚ Δ’ 166), με τους οποίους κανόνες καθορίζονται οι χρήσεις γης σε περιοχές εφαρμογής των γενικών πολεοδομικών σχεδίων( ΓΠΣ), ανάλογα με την γενική ή ειδική πολεοδομική λειτουργία τους, όπου εν
16 Δημοσιευμένη στο περιοδ. « Νόμος και Φύση » 1995, και σε: http:// www. constitutionalism. gr / manitakisrotonda /
13