ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΧΩΡΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ | Page 12

αυτός τροποποιήθηκε με τις διατάξεις του Α. Ν. 1672 / 1939( ΦΕΚ Α΄123) και του άρθρου 27 Ν. 3467 / 2006( ΦΕΚ Α΄128) καθώς και των διατάξεων του Β. Δ. 20-05 / 02-06-1939( ΦΕΚ Α΄220) καθώς και η σχετική κοινή εγκύκλιος οδηγία 69230-Α3 / 6.5.2014( ΑΔΑ ΒΙΦΘ9-Τ0Τ), όπως επικαιροποιήθηκε με την 118939 / Θ1 / 19-7-2016( ΑΔΑ 76774653ΠΣ-5Ω9).
Πρέπει να διευκρινισθεί ότι κατά νόμον οι Ορθόδοξες Εκκλησίες, που είναι ενωμένες δογματικώς με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά ανήκουν σε διαφορετικό( σε σχέση με την Εκκλησία της Ελλάδος) « κλίμα »( εκκλησιαστική δικαιοδοσία), π. χ. σε άλλα Ορθόδοξα Πατριαρχεία ή Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, μπορούν να ιδρύουν « μετόχια » εντός του εδάφους της Εκκλησίας της Ελλάδος μόνον υπό τις ειδικές προϋποθέσεις του άρθρου 39 του Ν. 590 / 1977( ΦΕΚ Α’ 146) « Περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος »).
Η σχετική διοικητική άδεια για ναό ή ευκτήριο οίκο( πλην της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού) χορηγείται( κατά δέσμια αρμοδιότητα, όπως έχει κριθεί νομολογιακά) με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, έπειτα από διαπίστωση – εξακρίβωση ότι αφενός μεν πληρούνται οι τρεις όροι που ορίζονται από το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος( ΣτΕΟλ 4202 / 2012, ΣτΕΟλ1444 / 1991, ΣτΕ 5572 / 1996, ΑΠ 20 / 2001), ήτοι να πρόκειται για γνωστή θρησκεία χωρίς κρύφιες δοξασίες, να μην ασκείται προσηλυτισμός και η άσκηση της δημόσιας λατρείας να είναι σύμφωνη με τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη, αφετέρου δε ισχύουν οι λοιπές προϋποθέσεις που θέτει η κείμενη νομοθεσία. Μάλιστα, « η μη συνδρομή του αρνητικού όρου που θέτει το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος για την άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, ήτοι του όρου της μη προσβολής της δημόσιας τάξεως ή των χρηστών ηθών δια των συγκεκριμένων πράξεων λατρείας, διαπιστώνεται κατά κανόνα με κατασταλτική κρατική δράση »( ΣτΕ Ολ 4202 / 2012 σκέψη 8 η), ωστόσο η προηγούμενη – προληπτική διοικητική διερεύνηση της συμφωνίας κάθε περίπτωσης με τυπικές και εύκολα επαληθεύσιμες προϋποθέσεις και κανόνες που θέτει, κατά γενικό τρόπο, το πλέγμα των κανόνων της δημόσιας τάξης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ή να κριθεί ασύμφωνη με το Σύνταγμα.
Ως « ευκτήριος οίκος », όπως έχει κριθεί, νοείται χώρος λατρείας μικρού σχετικά μεγέθους, διαμορφωμένος μέσα σε ιδιωτικό ακίνητο και προορισμένος να λειτουργήσει ως τόπος λατρείας από περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, σε αντίθεση με το « ναό » που είναι αυτοτελές κτίριο αφιερωμένο στη δημόσια λατρεία από οποιαδήποτε πρόσωπα, χωρίς διάκριση( πρβλ. Α. Π. Ολ 20 / 2001 ποινική σύνθεση). Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Β. Δ. 20-05 / 02-06-1939, για την έκδοση της προβλεπόμενης άδειας ίδρυσης και λειτουργίας ναού απαιτείται αίτηση τουλάχιστον πενήντα( 50) οικογενειών, ενώ για την αδειοδότηση ευκτήριου οίκου αρκεί ακόμα και μονοψήφιος αριθμός αιτούντων( η νομολογία του ΣτΕ έχει δεχθεί ως ικανό τον αριθμό των πέντε ατόμων).
Ως εκ τούτου, το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της θρησκευτικής λατρείας, όπως αυτό κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα της Ελλάδος αλλά και από τα διεθνή νομικά κείμενα, δεν είναι απεριόριστο ούτε ανέλεγκτο αλλά τελεί υπό πολύ συγκεκριμένες( και αυστηρά περιορισμένες) προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και αυτή της μη προσβολής της δημόσιας τάξης, η οποία αποτελεί και θεμιτό περιορισμό του( αφού η ίδια η συνταγματική διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 προβλέπει, ως άμεσο περιορισμό του δικαιώματος, την τήρηση των νόμων), περιορισμός ο οποίος λειτουργεί τόσο αποθετικά, υπό την έννοια ότι η άσκηση της θρησκευτικής λατρείας δεν είναι υπεράνω των νόμων, όσο και θετικά, υπό την έννοια ότι οι θρησκευόμενοι υπόκεινται στις έννομες υποχρεώσεις και απαιτήσεις που ισχύουν για όλους τους κοινωνούς του δικαίου.
Από το σύνολο της νομικής θεωρίας και νομολογίας γίνεται δεκτή η ακόλουθη θέση, όπως διατυπώθηκε από τον Α. Μανιτάκη: « Η ελευθερία της λατρείας δεν κατοχυρώνει, λοιπόν, για τους πιστούς ένα απόλυτο δικαίωμα να λατρεύουν το Θεό, όπου θέλουν και όποτε
12