ΠΕΜΠΤΟΦΡΕΝΕΙΑ ΤΕΥΧΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ-ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ | Page 15

Τους ύμνους και τα άσματα αυτά τα τραγουδούσαν σε στιγμές εθνικής έπαρσης, σε μάχες, σε επινίκιους πανηγυρισμούς, αλλά και όταν τιμούσαν τους αρχηγούς και τους πεσόντες συναγωνιστές τους. Δεν ήταν, όμως, δυνατό να καθιερωθεί την εποχή εκείνη ένας ενιαίος «εθνικός ύμνος» για όλους τους αγωνιζόμενους. Παρόλα αυτά διασώζονται κάποιοι από τους ύμνους αυτούς, που ήταν εκείνη την εποχή πολύ διαδεδομένοι. Ένας από αυτούς είναι και το πατριωτικό τραγούδι, που παραθέτουμε, το οποίο βασίζεται στο ποίημα του Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (1781 Αίγινα – 1831 Χίος), λόγιο της εποχής: Ω, λυγηρόν και κοπτερόν σπαθί μου, κι εσύ τουφέκι, φλογερόν πουλί μου. Εσείς τον Τούρκον σφάξατε, τον τύραννον σπαράξατε, ν’ αναστηθεί η Πατρίς μου, να ζήσει το σπαθί μου. Για της Πατρίδος την Ελευθερίαν, για του Χριστού την πίστιν την αγίαν, γι’ αυτά τα δύο πολεμώ, μ’ αυτά να ζήσω επιθυμώ και αν δε τα αποκτήσω, τι μ’ ωφελεί να ζήσω; Μέχρι το 1865 δεν υπήρχε επίσημος εθνικός ύμνος, καθώς επί Καποδίστρια χρησιμοποιούνταν ως ύμνοι του νεοσύστατου κράτους μας κατά περίσταση διάφοροι θούριοι, ενώ επί βασιλείας του Όθωνα είχε καθιερωθεί ως εθνικός ύμνος ο μουσικός σκοπός του βαυαρικού εθνικού ύμνου, στον οποίο είχαν προσαρμοστεί οι ελληνικοί στίχοι «Τον Βασιλέα μας Όθωνα τον Πρώτον σώσον Θεέ. Αύξησον, κράτυνον την βασιλεία του. Τον Βασιλέα μας σώσον Θεέ» Έμελλε, όμως, λίγο αργότερα το Έθνος μας και το νεοσύστατο νεοελληνικό κράτος αποκτήσει έναν επίσημο και αναγνωρισμένο διεθνώς εθνικό ύμνο, το μελοποιημένο υπέροχο ποίημα του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού, αφιερωμένο στο υπέρτατο αγαθό των Ελλήνων, την Ελευθερία. Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο και ένα χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Χαλικιόπουλο-Μάντζαρο (1795- 1872, ευρύτερα γνωστό μόνο με το επίθετο Μάντζαρος) επάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Η μουσική του Εθνικού Ύμνου είναι γραμμένη σε ρυθμό 3/4, στο ρυθμό του Τσάμικου, του πιό λεβέντικου Ελληνικού χορού. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-1840), ο οποίος υπέβαλλε το έργο του στον βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).manzaros001 Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Νικόλαου Χαλικιόπουλου-Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον πρώτο βασιλιά του του Νεοελληνικού Κράτους. 15