«Η Μάρω, η Κάλω και τα καλικαντζάρια» | страница 9

χτώσει, βγαίνουν τα καλικαντζάρια και δεν αφήνουν κανέναν ήσυχο; -Το ξέρω, απαντάει αυτή, αλλά τι να κάνω; Μ' έστειλε η μητέρα μου ν’ αλέσω το σιτάρι. - Κι εγώ τι μπορώ να κάνω τώρα; Είναι η ώρα να φύγω! της λέει ο μυλωνάς. Έχω ήδη αργήσει... - Σε παρακαλώ, του λέει η Μαριώ, άφησέ με ν' αλέσω γιατί δεν μπορώ να γυρίσω πίσω χωρίς αλεύρι... - Έλα, έμπα μέσα κι άλεσε, μα εγώ δεν θα μείνω, της λέει ο μυλωνάς. Όταν τελειώσεις κλείσε και την πόρτα καθώς θα φεύγεις. Έτσι ο μυλωνάς έφυγε και την άφησε μόνη της στο μύλο... Η Μάρω έριξε το σιτάρι στο μύλο κι άρχισε ν' αλέθει. Μόλις οι καλικά-ντζαροι άκουσαν τις μυλόπετρες να γυρίζουν, ξετρύπωσαν μέσα από τη γη, πή :