«Η Μάρω, η Κάλω και τα καλικαντζάρια» | Page 8

Σαν ήρθαν τα Δωδεκάημερα (τις μέρες των Χριστουγέννων που βγαίνουν οι καλικάντζαροι και πειράζουν τον κόσμο όλο) η κακιά μητριά αποφάσισε να στείλει τη Μάρω στο μύλο, τάχα για ν' αλέσει, ελπίζοντας πως θα την πάρουν οι καλικάντζαροι και θα ησυχάσει μια και καλή από την προγονή της που τόσο πολύ τη μισούσε... Της φόρτωσε λοιπόν ένα τσουβάλι σιτάρι στην πλάτη και την έστειλε στο μύλο. Μικρό κορίτσι ήτανε η Μάρω και φοβότανε πολύ, γιατί είχε ακούσει για τους καλικάντζαρους που βγαίνουν τα βράδια και πειράζουν τον κόσμο, αλλά τι να κάνει, δεν μπορούσε και ν' αρνηθεί στη μητριά της. Κίνησε λοιπόν για το μύλο και μόλις έφτασε είχε ήδη νυχτώσει. Όταν την είδε ο μυλωνάς απόρησε και της λέει: -Μα καλά, κορίτσι πράμα εσύ Μαριώ μου και γυρνάς τέτοιες χρονιάρες μέρες έξω απ' το σπίτι σου; Δεν ξέρεις ότι τώρα τα Χριστούγεννα, μόλις νυ8