-Με παίρνεις εμένα για γαμπρό; τη ρωτάει ο
πρώτος.
-Σε παίαιαιρνω, απαντάει, αργά-αργά η Μάρω.
Με παίρνεις εμένα, Μάρω; τη ρωτάει ο δεύτερος.
-Σε παίαιαιρνω, απαντάει, αργά-αργά η Μάρω, για
να περάσει η ώρα και να 'ρθει το πρωί!
«Με παίρνεις εμένα;» ο ένας, «με παίρνεις εμένα;»
ο άλλος, ρωτούσαν όλοι με τη σειρά.
-Σε παίαιαιρνω κι εσένα, απαντούσε όλο και πιο
αργά η Μάρω.
- Με παίρνεις κι εμένα, Μάρω; τη ρώτησε κι ο μικρός.
-Σε παίαιαιρνω κι εσένα, τ' απάντησε κι αυτουνού
η Μάρω.
Τι θέλει η νύφη, Μάρω; ρωτούσαν πάλι οι καλικάντζαροι.
-Η νύφη θέλει φουστάαανι, έκανε η Μάρω.
Βρρρρ, γρήγορα-γρήγορα τα καλικαντζάρια να
φέρουν το φουστάνι της νύφης. Τό 'φεραν και τό
'δωσαν αμέσως στη Μάρω.
10