27
βρε παιδί μου…) άρχισαν να μου μπαίνουν
υποψίες ότι η Άννα είναι της Εκκλησίας. Ήμουν
σχεδόν βέβαιος ότι η Άννα νήστευε γιατί, επίτηδες
πια, παρατηρούσα τις επιλογές της στο κυλικείο.
Ακόμα κι ο καφές της, που τις υπόλοιπες εργάσιμες είχε γάλα, όλως εξαιρέτως τις Τετάρτες και τις
Παρασκευές γινόταν… νηστίσιμος. Οι υποψίες
μου βγήκαν αληθινές (μα ποιος είμαι τέλος πάντων; Ο Σέρλοκ Χολμς της Θεσσαλονίκης;) όταν
ένα παιδί από το γραφείο συμψηφισμού, ο Αντρέας, μας έφερε γλυκά για τη γιορτή του. Η Άννα
του ευχήθηκε πολύ ζεστά αλλά γλυκό δεν πήρε.
Στα παράπονά του, η απάντησή της ήταν «Σ’ευχαριστώ, σαν να πήρα». Και τότε ο Αντρέας έκανε
την ερώτηση που όλοι περιμέναμε: «Μήπως
νηστεύεις;». Εκείνη δίστασε λίγο κι έπειτα είπε
πολύ απλά «ναι». Τίποτα άλλο.
Τόση ώρα σας μιλάω κι ακόμα δεν ξέρετε
πολλά για μένα. Είμαι παιδί (παιδί, που λέει ο
λόγος…) της εργατικής τάξης,στα νιάτα μου
σπούδασα οικονομικά και στο κεφάλι μου, εκτός
από μια μακριά κοτσίδα, είχα μια ιδεολογία αριστερή,στην οποία ο Θεός για τον Οποίο μου ‘χε
πει κάποτε η μάνα μου δεν χωρούσε. Μεγαλώνοντας έγινα ένας πετυχημένος αυτοδημιούργητος
καπιταλιστής, όμως οι μικροαστικές συνήθειες της
μάνας μου,όπως οι νηστείες,συνέχισαν να μένουν
μακριά από τη ζωή μου. Ειδικά με τη νηστεία είχα
πάντα πρόβλημα. Ποτέ δεν μπόρεσα να την καταλάβω. Εντάξει, δεν το έψαξα και πολύ το θέμα,
αλλά…
Τέλος πάντων, δεν μπορούσα να χωνέψω ότι
ένα κορίτσι μορφωμένο και σύγχρονο σαν την
Άννα έχει τις ίδιες συνήθειες με τη μάνα μου. Την
επόμενη μέρα, Τετάρτη, κατέβηκα εσκεμμένα μαζί
της στο κυλικείο. Αγοράσαμε δύο διαφορετικά δεκατιανά, ένα αρτύσιμο κι ένα νηστίσιμο αντίστοιχα
κι εγώ της πρότεινα να δοκιμάσει από το δικό μου.
Στην ευγενική της άρνηση, παίρνοντας το αθωότερο ύφος του κόσμου τη ρώτησα: «Γιατί;
Νηστεύεις;». Εκείνη με κοίταξε ξαφνιασμένη και
για δεύτερη φορά σε δυο μέρες παραδέχτηκε πως
ναι, νήστευε. Και τότε -το ομολογώ- ασυναίσθητα
έγινα εριστικός.
-Και πας και Εκκλησία κάθε Κυριακή;
Η κοπέλα δεν περίμενε αυτό το ύφος από
μένα. Παρέμεινε όμως ήρεμη.
-Ναι, πάω.
-Κι ο Θεός σου δηλαδή αγαπάει μόνο αυτούς
που νηστεύουν; Γι’ αυτό νηστεύεις κι εσύ; Εμάς
που δεν νηστεύουμε δεν μας θέλει, δε μας αγαπάει;
-Όλους τους αγαπάει κύριε Γεωργίου. Τους θεωρεί όλους παιδιά Του και αγαπάει όλους το ίδιο, κανέναν δεν ξεχωρίζει.
-Και τότε γιατί νηστεύεις;
Η κοπέλα, με μια ολύμπια ηρεμία, με κοίταξε στα
μάτια και με ρώτησε:
-Κύριε Γεωργίου, έχετε μια όμορφη
οικογένεια,έτσι δεν είναι; Εννοώ την γυναίκα και την
κόρη σας.
Ήταν η σειρά μου να εκπλαγώ.
-Ναι, αλλά τι θες να πεις μ’αυτό;
-Αγαπάτε τη γυναίκα σας;
-Ναι, βέβαια.
-Την κόρη σας;
-Φυσικά και την αγαπώ.
-Εκείνες σας αγαπούν;
-Εννοείται.
-Υποθέτω λοιπόν, ότι όταν η γυναίκα σας ζητά
κάτι, π.χ. αφού τελειώνετε τον καφέ σας :