ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ | Page 64

ΕΘΝΙΚΈΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ
είναι η δυνατότητα των θυμάτων να παραμένουν σε μία χώρα και να μπορούν να μιλήσουν χωρίς να απελαθούν ή να φυλακιστούν διότι είναι παράνομες. Όπως σημειώνει η Συμεωνίδου-Καστανίδου, είναι χαρακτηριστικό ότι σύμφωνα με μία έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα δικαστήρια της Αθήνας, κατά την πενταετία 1991-1995, εκδικάστηκαν κατά μέσο όρο μόνον 6 υποθέσεις σεξουαλικής εκμετάλλευσης το χρόνο( Καστανίδου, 2003: 32, αναφορά στο: Τσιγκρής, 2002: 7 κ. ε.).
Όπως έχω επισημάνει σε προγενέστερο άρθρο( Αθανασάτου, 2009: 28), η νομοθετική πρωτοβουλία για τη μεταρρύθμιση των έμφυλων σχέσεων στο χώρο του Δικαίου κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980 στην ελληνική κοινωνία, ύστερα και από την πίεση ενός δυναμικού γυναικείου κινήματος, ήταν αναμφίβολα σε προοδευτική κατεύθυνση. Όμως η ευφορία και ο εφησυχασμός που ακολούθησαν τη θέσπιση μιας κατά γενική ομολογία προωθημένης νομοθεσίας σε ζητήματα οικογενειακού δικαίου, σεξουαλικής βίας, εργασιακών όρων, αποδείχθηκαν δυστυχώς « παγίδα » σε μια χώρα όπου ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα παραμένει όχι η θέσπιση αλλά η εφαρμογή των νόμων.
Η νέα πραγματικότητα που διαμόρφωσε στη συνέχεια η αθρόα υποδοχή μεταναστών και μεταναστριών στη χώρα μας από τη δεκαετία του’ 90 οδήγησε, μεταξύ άλλων, και σε επιδείνωση του προβλήματος της βίας κατά των γυναικών σε μία νέα μορφή: εκείνη του σεξουαλικού δουλεμπόριου( trafficking). Νέες γυναίκες από τις βαλκανικές και πρώην ανατολικές χώρες, καθώς και από την Αφρική και την Ασία, γίνονται, όπως είδαμε παραπάνω, θύματα παράνομης διακίνησης και εκμετάλλευσης, χωρίς να υπάρχουν μηχανισμοί ουσιαστικού κοινωνικού ελέγχου και αποδοκιμασίας τέτοιοι που να αποθαρρύνουν δραστικά τη συνέχιση του φαινομένου. Το γεγονός αυτό επηρεάζει εκτός των άλλων αρνητικά τον δείκτη της κοινωνικής ανοχής στην άσκηση βίας κατά των γυναικών και την ευρύτερη νοοτροπία για τις έμφυλες σχέσεις.
Αντιλαμβανόμενη τη σοβαρότητα του προβλήματος, η Τέταρτη Παγκόσμια Διάσκεψη Γυναικών το 1995 περιέλαβε στο Πρόγραμμα Δράσης της την καταπολέμηση της διεθνικής διακίνησης γυναικών ως κεντρικό στόχο των πολιτικών ισότητας των φύλων και ένα από τα τρία ζητήματα στα οποία επικεντρώθηκε η αποτίμηση των αποτελεσμάτων ύστερα από δέκα χρόνια( UNECE, 2004).
Με αρκετή καθυστέρηση το Συμβούλιο της Ευρώπης υιοθέτησε το 2005 τη Σύμβαση για τη Δράση κατά της Εμπορίας και Διακίνησης Ανθρώπων( Council of Europe, 2005). Στη Σύμβαση επισημαίνεται η διάσταση της προσβολής ανθρωπίνων δικαιωμάτων, με αποτέλεσμα να θίγονται άμεσα οι αρχές της δημοκρατίας και της ελευθερίας( Στρατηγάκη, 2006: 173).
Δυστυχώς σε αντίθεση με την αντιμετώπιση της εμπορίας και διακίνησης ανθρώπων από τον ΟΗΕ και το Συμβούλιο της Ευρώπης, η Ευρωπαϊκή Ένωση την αντιμετωπίζει ως έγκλημα παράνομης μετακίνησης πληθυσμών, αναπτύσσοντας αποτρεπτικές δράσεις που στοχεύουν
κατάσταση σχετικά με το trafficking περιλαμβάνονται στο: UEHR WORKING PAPERS, University Research Institute of Enviromental and Human Resources, Panteion University, Athens, Greece: Mediterranean Migration Observatory( MMO Series). MMO Working Paper no2, August 2001. Σημαντικές επίσης είναι και οι μελέτες της Donna Hugues, βλ. ιδίως: Ηugues, D. M,( 2000),“ Men create the demand; Women are the Supply’, ομιλία για τη σεξουαλική εκμετάλλευση, Queen Sofia Center, Βαλένθια, και επίσης Hugues, D. M.,( 2000),‘ The Natasha Trade: The Tsansational Shadow Trade of Trafficking in Women’, Journal of International Affair, με την ειδική ονομασία“ In the Shadows: Promoting Prosperity or Undermining Instability?’, τόμ. 53, 2, σελ. 625-651, και ειδικά για το διαδίκτυο: Hugues, D. M.,( 2000),‘ Welcome to the Rape Camp. Sexual Exploitation and the Internet in Cambodia’, ανακοίνωση στο Rhode Island University.
64