ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ | Seite 50

ΕΘΝΙΚΈΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ
τούσαν οι γυναικείες οργανώσεις), με άλλη διάταξη που περιλαμβανόταν στο νόμο, η γυναίκα θύμα βιασμού μπορούσε να ζητήσει να μην προχωρήσει η ποινική δίκη, με δήλωσή της ότι επρόκειτο η διεξαγωγή της δίκης να της προκαλέσει ψυχικό τραυματισμό! Επρόκειτο για αντιστροφή των καταγγελιών του γυναικείου κινήματος ότι τα θύματα των βιασμών υφίστανται συχνά κατά τη διάρκεια της δίκης έναν δεύτερο βιασμό, εξαιτίας των ερωτήσεων της έδρας, των συνηγόρων υπεράσπισης, των ενόρκων, αλλά και της αναμόχλευσης των οδυνηρών στιγμών κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας( βλ. σχετικά: Αθανασάτου, 1987: 23-26 και Αθανασάτου, 1995: 295-307).
Η γενικευμένη αυτή δυσπιστία όλων των εμπλεκομένων – στη διαλεύκανση και δίωξη των εγκλημάτων βιασμού – παραγόντων διαφαίνεται άλλωστε με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο στο παρακάτω απόσπασμα: « … εκείνος που θα επιληφθεί της προανακρίσεως μιας πράξεως βιασμού ή εξαναγκασμού σε ασέλγεια πρέπει να έχει στο νου του ότι δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου η ιστορία την οποία διηγείται η παθούσα δεν είναι αληθινή, είτε στο σύνολό της, είτε τουλάχιστον ες μερικά σημεία της. Επειδή με την ιατροδικαστική εξέταση επιδιώκεται να ελεγχθούν τα λεγόμενά της, πρέπει παράλληλα με την έγκαιρη αποστολή να ενημερώνεται έγγραφα ο εξετάζων για το περιεχόμενο των ισχυρισμών της, έτσι θα δοθεί λαβή στην έκθεση που θα συνταχθεί να γίνουν πιο συγκεκριμένες οι απαντήσεις σε ορισμένα ερωτήματα …». Επρόκειτο για απόσπασμα από το επίσημο σύγγραμμα Ιατροδικαστικής που διανεμόταν στους φοιτητές( και μελλοντικούς ιατροδικαστές) κατά την περίοδο εκείνη( Αγιουτάντη, 1980: 199 κ. ε.).
β. Διεθνείς Ορισμοί, Πλατφόρμα Πεκίνου
Η βία κατά των γυναικών αναγνωρίστηκε διεθνώς ως πολύ σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα σε όλα τα επίσημα κείμενα πολιτικής των διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών. Η αναγνώριση αυτή, ως πολιτικό αποτέλεσμα των αγώνων του δεύτερου κύματος του φεμινισμού της δεκαετίας 1960 και 1970, έγινε υπό το φως δύο θεμελιωδών αρχών: της ισότητας των φύλων και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Στρατηγάκη( 2006: 155), το έγκλημα της βίας κατά των γυναικών θεωρήθηκε « πράξη κατά της ισονομίας και της κοινωνικής ευημερίας και ανάπτυξης, επειδή στερεί από ένα μεγάλο αριθμό των πολιτών, τις γυναίκες, τη δυνατότητα να ζουν και να εργάζονται ελεύθερα, χωρίς φόβο, αξιοποιώντας πλήρως τις ευκαιρίες προσωπικής ολοκλήρωσης και ικανοποίησης ». Μία τέτοια προσέγγιση θεωρούμε ότι θέτει ευθέως ζήτημα δημοκρατίας στις κοινωνίες όπου δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά η βία κατά των γυναικών σε όλες τις μορφές της( Παντελίδου Μαλούτα, 2002, αναφερόμενη στο ευρύτερο θέμα των ιεραρχικών σχέσεων ανισότητας ανάμεσα στα φύλα και της δημοκρατίας).
Σταθμούς σε αυτήν την πορεία αναγνώρισης του φαινομένου αποτέλεσαν ορισμένα γεγονότα:
50
• y Το 1979 ψηφίζεται στον ΟΗΕ η « Διεθνής Σύμβαση για την εξάλειψη όλων των μορφών διακρίσεων κατά των γυναικών( CEDAW)» με ισχύ νόμου σε όλες τις χώρες που την επικύρωσαν.
• y Το 1993 έχουμε τη « Διακήρυξη για τη εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών » στο πρώτο ειδικό κείμενο του ΟΗΕ, όπου η βία κατά των γυναικών ορίζεται ως παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Είναι εξαιρετικής σημασίας το γεγονός ότι, υπό το πρίσμα των τότε εξελίξεων, στην Παγκόσμια Διάσκεψη για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Βιέννη, υπήρξε η παραδοχή ότι παραβία ση