ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 | ΦΎΛΟ ΚΑΙ ΑΜΕΙΒΌΜΕΝΗ ΑΠΑΣΧΌΛΗΣΗ
Συμβούλιο της Κολωνίας εξέφρασε μία ισχυρή πολιτική βούληση για τη συγκέντρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που ίσχυαν σε επίπεδο Ένωσης σε έναν Χάρτη. Πεδία αναφοράς του Χάρτη αυτού θα ήταν οι γενικές αρχές της ΕΔΑ, όσες προέκυπταν από την κοινή συνταγματική παράδοση των Κρατών Μελών, καθώς και όσες προέκυπταν από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου( ΔΕΚ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων( ΕΔΑΔ).
Η σημασία του Χάρτη αυτού έγκειται στο ότι, παρότι είχε διακηρυκτικό χαρακτήρα και δεν παρήγαγε άμεσα δεσμευτικούς κανόνες δικαίου, απέκτησε μια ιδιότυπη κανονιστική λειτουργία επηρεάζοντας άμεσα ή έμμεσα τις πολιτικές και τις δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης( Παπαδημητρίου, 2001: 521 κ. ε.). Η επίκλησή του επηρεάζει συστηματικά τις αποφάσεις του ΔΕΚ. Αναμφίβολα σε αυτό συντελεί η συνεκτικότητα της αποτύπωσης όλων των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε ένα ενιαίο κείμενο, το οποίο αποτελεί και λειτουργεί ως ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο( βλ. σχετικό προβληματισμό και στο: Σπηλιωτοπούλου, 2001: 203-211).
Ιδιαίτερα σημαντικό για το θέμα της ισότητας είναι βέβαια το άρθρο 23, το οποίο έχει τον τίτλο: « Ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών ». Ειδικότερα στο Κεφάλαιο « Ισότητα » προβλέπονται τα εξής:
• y Το άρθρο 23 παρ. 1 αναφέρει ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών πρέπει να εξασφαλίζεται σε όλους τους τομείς, συμπεριλαμβανομένων της απασχόλησης, της εργασίας και της αμοιβής.
• y Το άρθρο 23 παρ. 2 υποδεικνύει ότι « η αρχή της ισότητας δεν θα πρέπει να αποτρέπει τη διατήρηση ή την υιοθέτηση μέτρων που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα υπέρ του υποεκπροσωπούμενου φύλου », απελευθερώνοντας τη δυνατότητα για λήψη θετικών μέτρων( τα θετικά μέτρα νοούνται εδώ ως εξαίρεση στην αρχή της μη διάκρισης).
Στο άρθρο 33 παρ. 2 του Κεφαλαίου « Αλληλεγγύη » περιλαμβάνεται μία ακόμα ιδιαίτερης σημασίας διάταξη, η οποία αφορά το δικαίωμα συνδυασμού της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής. Σύμφωνα με τη σχετική πρόβλεψη « κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του έχει δικαίωμα προστασίας από την απόλυση για λόγους που συνδέονται με τη μητρότητα, καθώς και δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού ».
Ορθά παρατηρεί η Γιαννακούρου( 2008: 31) ότι η πρόβλεψη αυτή υπολείπεται αισθητά από τη νομολογιακή γραμμή του ΔΕΚ κατά την ερμηνεία των Οδηγιών 92 / 85 / ΕΟΚ, 765 / 207 / ΕΟΚ και 96 / 34 / ΕΟΚ. Η προστασία της γυναίκας η οποία τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή μητρότητας εκτείνεται και πέραν της απόλυσης και του δικαιώματος λήψης άδειας μητρότητας με αποδοχές, αφού έχει κριθεί από το ΔΕΚ ότι « κάθε διάκριση λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας ως προς την πρόσληψη ή τους όρους εργασίας συνιστά διάκριση λόγω φύλου ». Επίσης έχει κατοχυρωθεί με την Οδηγία 96 / 34 / ΕΚ το δικαίωμα επανόδου στην ίδια( ή αντίστοιχη θέση) κάθε εργαζόμενου άνδρα ή γυναίκας μετά από χρήση της γονικής άδειας.
Το Σχέδιο της Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης είναι γνωστό ότι παρέμεινε ένα ημιτελές εγχείρημα. Πράγματι, αρχικά είχε δρομολογηθεί μια σειρά προτάσεων που θα έβρισκαν τη θέση τους σε ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα( βλ. και Συνέδριο που διοργανώθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2003 κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Προεδρίας με θέμα: « Κοινωνικά δικαιώματα. Μοχλός για την Ισότητα. Προτάσεις για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα »). Μετά όμως την καταψήφιση του κειμένου του συντάγματος στις διαδικασίες δημοψηφισμάτων ορισμένων βασικών Ευρωπαϊκών χωρών( Γαλλία, Ολλανδία), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το 2004 κινήθηκε στην κατεύθυνση της υιοθέτησης μιας Μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της ΕΕ.
37