ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ | Página 36

ΕΘΝΙΚΈΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ
Τα πεδία αρμοδιότητας της ΕΕ σύμφωνα με αυτό ήταν: « συνθήκες εργασίας, ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζόμενους, ισότητα των φύλων, καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού από την αγορά εργασίας, κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική προστασία, συλλογική εκπροσώπηση και συμμετοχή στη διοίκηση των επιχειρήσεων »( Γιαννακούρου, 2008: 23).
Με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997 υπήρξε μετάβαση ουσιαστικά από την έννοια της ίσης μεταχείρισης στην έννοια της ισότητας ευκαιριών για άνδρες και γυναίκες. Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συνθήκης, η προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών αναγορεύθηκε σε καταστατική αποστολή της Κοινότητας και τέθηκε στην ίδια βάση με την ανταγωνιστικότητα και τη σύγκλιση των οικονομικών επιδόσεων, εναρμονιζόμενη έτσι με τη γραμμή του ΔΕΚ στην αναγνώρισή της ως θεμελιώδους δικαιώματος. Στο επόμενο άρθρο 3 καθορίζονται είκοσι μία δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν τα μέσα για την εκπλήρωση των σκοπών του άρθρου 2. Με τη θέσπιση των δύο παραπάνω άρθρων, η ισότητα ανδρών γυναικών αναγορεύθηκε σε καθήκον της Ένωσης και σε οριζόντιο στόχο που επηρεάζει και διαχέεται σε όλες τις πολιτικές της. Με αυτόν τον τρόπο θεσπίστηκε ειδική νομική βάση για την εφαρμογή του gender mainstreaming, δηλαδή της ένταξης της οπτικής του φύλου σε όλες τις πολιτικές του πρώτου πυλώνα της ΕΕ.
Η νομική αυτή εξέλιξη ακολούθησε εδώ την πολιτική. Όπως επισημαίνεται( Γιαννακούρου, 2008: 25), από το 1996 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε εγκαινιάσει ένα νέο εργαλείο πολιτικής, το οποίο αποσκοπούσε στην ένταξη της οπτικής του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις και αποδίδεται με τον αγγλικό όρο « gender mainstreaming ». Πρόκειται για ένα οριζόντιο εργαλείο πολιτικής που στοχεύει στην καταπολέμηση των δομικών αιτίων της ανισότητας των φύλων μέσα στην κοινωνία και την αλλαγή των στερεότυπων αντιλήψεων και νοοτροπιών. Η υιοθέτηση του εργαλείου αυτού προϋποθέτει την παραδοχή μιας βασικής θέσης του φεμινιστικού κινήματος, σύμφωνα με την οποία τα αίτια της ανισότητας των φύλων είναι δομικά και αυτή η σχέση ανισότητας διαχέεται σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Αποτελεί επομένως διαφοροποίηση σε σχέση με τις μεμονωμένες πολιτικές της ισότητας που αφορούν συγκεκριμένους τομείς, με τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπάγεται μία τέτοια διαφοροποίηση( βλ. και Κεφάλαιο Ι: « Επισκόπηση Θεσμών και Κυριότερων Σταθμών »).
Ακόμα νωρίτερα όμως συναντούμε την έννοια του « mainstreaming » να γίνεται αντικείμενο ενδιαφέροντος και επεξεργασίας στα διεθνή κείμενα από το 1986, μετά την 3η Παγκόσμια Διάσκεψη του ΟΗΕ στο Ναϊρόμπι με θέμα τις Γυναίκες. Η έννοια αυτή εντάχθηκε στη συνέχεια στο τελικό Πρόγραμμα Δράσης της 4ης Παγκόσμιας Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών στο Πεκίνο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και το άρθρο 137 παρ. 1 της Συνθήκης του Άμστερνταμ, σύμφωνα με το οποίο αναγνωρίζεται συντρέχουσα αρμοδιότητα της Κοινότητας, η οποία λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς τα εθνικά μέτρα στο πεδίο της εργασίας και της απασχόλησης.
Η θέσπιση νομικών διατάξεων και εργαλείων για την προώθηση της ισότητας συνδυάστηκε και με την ένταξη και ενίσχυση των πολιτικών ισότητας ανδρών και γυναικών στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση( ΕΣΑ), εγχείρημα το οποίο αποσκοπούσε, μεταξύ άλλων, και στο συντονισμό των αντίστοιχων εθνικών πολιτικών.
Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων( 1999) αποτέλεσε το επόμενο σημαντικό θεσμικό κείμενο. Στην περίοδο αναζήτησης ενός κοινού ευρωπαϊκού ιδεώδους, η οποία έχει αποκληθεί και συνταγματοποίηση της ΕΕ( Παπαδημητρίου, 2002), το Ευρωπαϊκό
36