ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ | Page 34

ΕΘΝΙΚΈΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ
34
• y Οδηγία 2004 / 113 για την ισότητα στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αυτών.
Η εναρμόνιση ευρωπαϊκής και ελληνικής νομοθεσίας σε επίπεδο νομοθετικών κειμένων είναι όμως διαφορετικής τάξης πρόβλημα από την άμεση επίδραση και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων στην ελληνική αγορά εργασίας. Και αυτό, γιατί η ενεργοποίηση των Οδηγιών συντελείται με επίκλησή τους και προσφυγή στη Δικαιοσύνη. Όπως όμως έχει εύστοχα επισημανθεί( Στρατηγάκη, 2006: 282), οι δυνατότητες των θιγόμενων γυναικών να προσφύγουν στη δικαστική προστασία είναι στη χώρα μας αισθητά μειωμένες, λόγω της υψηλής ανεργίας των γυναικών σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους( βλ. και παρακάτω ενδεικτικά στοιχεία για τους δείκτες γυναικείας ανεργίας). Στον αρνητικό αυτόν παράγοντα θα πρέπει να συνεκτιμηθεί το υψηλό κόστος προσφυγής στη Δικαιοσύνη και οι χρονοβόρες διαδικασίες έκδοσης δικαστικών αποφάσεων.
Έτσι, δυστυχώς, στη χώρα μας οι προσφυγές στη Δικαιοσύνη για διακρίσεις λόγω φύλου είναι ελάχιστες σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και ακόμη λιγότερες οι περιπτώσεις που φθάνουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Όπως επισημαίνεται και στην εμπεριστατωμένη νομική μελέτη για το θέμα, της Σταματίνας Γιαννακούρου, σε ότι αφορά τον ιδιωτικό τομέα, ελάχιστος αριθμός διαφορών οδηγήθηκε στη Δικαιοσύνη και μικρός αριθμός καταγγελιών για παραβίαση της αρχής της ισότητας καταγράφηκε από τον αρμόδιο ελεγκτικό μηχανισμό του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας( ΣΕΠΕ)( Γιαννακούρου, 2008: 7). Η αρχή της ισότητας σε αυτό το πεδίο μπορούσε δυνητικά να εφαρμοστεί ευκολότερα, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, στον δημόσιο τομέα.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επιμείνουμε σε μερικές επισημάνσεις σε σχέση με τη σημασία αυτής της θεμελιώδους αρχής του ευρωπαϊκού κοινοτικού δικαίου, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες εφαρμογής της λόγω και της επίδρασης των παραγόντων της οικονομικής συγκυρίας.
Η νομοθετική κατοχύρωση της αρχής της ισότητας ξεκίνησε από την αναγνώριση του χαρακτήρα της μη διάκρισης λόγω φύλου ως θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Η ισχυρή αυτή νομική βάση ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο με τη νομολογιακή γραμμή του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων( ΔΕΚ), σύμφωνα με την οποία η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών αποτελεί προϋπόθεση της νομιμότητας των πράξεων που εκδίδουν τα κοινοτικά όργανα.( Ενδεικτική αναφορά στις Γνωμοδοτήσεις 2 / 94, της 28ης Μαρτίου 1996 και στην απόφαση Grant, υπόθεση C-249 / 96, παρατίθεται στο: Γιαννακούρου, 2008: 12).
Η βελτίωση του κοινοτικού κεκτημένου για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στους τομείς εργασίας και απασχόλησης είναι μία διαρκής δυναμική διαδικασία, η οποία καθορίζεται μεταξύ άλλων από την εκάστοτε μαχητικότητα του φεμινιστικού κινήματος, την επιρροή γυναικών εμπειρογνωμόνων, επιστημόνων και αξιωματούχων της ΕΕ ευαισθητοποιημένων στα θέματα φύλου, αλλά και τη νομολογιακή διάπλαση όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του ΔΕΚ. Σύμφωνα με τη Γιαννακούρου, ο ρόλος του ΔΕΚ στην ανάπτυξη και επέκταση της αρχής της ισότητας των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών, υπήρξε καθοριστικός. Αφενός, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καθιέρωσε με σειρά Αποφάσεών του την κοινοτική προστασία μη διάκρισης λόγω φύλου ως θεμελιώδες δικαίωμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και αφετέρου διεύρυνε τον χαρακτήρα του αρχικού άρθρου 119 της Συνθήκης της Ρώμης, κρίνοντας ότι δεν εξυπηρετεί μόνο σκοπούς οικονομικής λειτουργίας της Κοινότητας( εξάλειψη του ανταγωνισμού μεταξύ των χωρών)