ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 | ΕΠΙΣΚΌΠΗΣΗ ΘΕΣΜΏΝ ΚΑΙ ΚΥΡΙΌΤΕΡΩΝ ΣΤΑΘΜΏΝ
είναι μια στάση θεμιτή και αναγκαία ». Αναπτύσσοντας μία φεμινιστική κριτική για τον επαναπροσδιορισμό της δημοκρατίας, η Βαρίκα θέτει μία σειρά από ερωτήματα, όπως:
• y Η υποαντιπροσώπευση είναι το σύμπτωμα ή η αιτία της περιθωριοποίησης των γυναικών στην πολιτεία;
• y Σε ποιο βαθμό και κάτω από ποιες συνθήκες μία μαζική παρουσία γυναικών στα εκλεγμένα όργανα της πολιτείας μπορεί να τροποποιήσει το υπάρχον σύστημα σχέσεων ανάμεσα στα φύλα;
• y Πώς συνδέεται το αίτημα για την ισάριθμη αντιπροσώπευση των φύλων με τις αρχές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας;
Η πολύ ενδιαφέρουσα προβληματική την οποία προτείνει η Βαρίκα για τη θεώρηση του μέτρου της ισάριθμης αντιπροσώπευσης, λαμβάνει υπόψη της τις θεμελιακές φεμινιστικές επεξεργασίες της Anne Philips και της Iris Marion Young, σύμφωνα με τις οποίες το ζήτημα του μακρόχρονου πολιτικού αποκλεισμού των γυναικών μπορεί να ενσωματωθεί στο πλαίσιο ενός επαναπροσδιορισμού της δημοκρατίας( Phillips, Engendering Democracy, 1991, Young, Impartiality and the Civil Public, 1987). Τονίζει επίσης ότι η θέσπιση θετικών δράσεων αποσκοπεί στην άρση της μείζονος αντίφασης του οικουμενικού πολιτικού συστήματος, « της αντίφασης η οποία συνίσταται στην εγκαθίδρυση της ισότητας υπό μορφή προνομίου », όπως αναφέρει παραπέμποντας στη μελέτη της Hannah Arendt για τους Εβραίους ως περιθωριοποιημένη πολιτική κατηγορία( Arendt, 1984). H συγγραφέας υποστηρίζει εν τέλει ότι « η κινητοποίηση για μία δημοκρατική ιδιότητα του πολίτη μπορεί να τοποθετήσει τον αγώνα των γυναικών στην καρδιά του πολιτικού »( Βαρίκα, 2000: 349).
Στην περίπτωση της Ελλάδας έχουμε τη μερική καθιέρωση των ποσοστώσεων, με τη μορφή της υποχρεωτικής συμμετοχής κάθε φύλου τουλάχιστον κατά 1 / 3 στο σύνολο των υποψηφίων στις Νομαρχιακές και Δημοτικές εκλογές, με το Ν. 2190 / 2001. Αλλά και η πρόσφατη νομοθετική μεταβολή του « Καλλικράτη »( άρθρο 18, παρ. 3 και άρθρο 120 παρ. 3 του Ν. 3852 / 2010) ορίζει ότι την υποχρεωτική ποσόστωση 1 / 3 τουλάχιστον κατά φύλο( βλ. γυναίκες). Σημειώνουμε ακόμη και την ύπαρξη του Ν. 2893 / 2000 στον οποίο προβλέπεται η κάλυψη θέσεων κατά το 1 / 3 από κάθε φύλο τουλάχιστον σε όλα τα συλλογικά όργανα λήψης αποφάσεων της Δημόσιας Διοίκησης, είναι όμως πολύ αμφίβολο αν εφαρμόζεται. Σχετικά με τις βουλευτικές εκλογές, το άρθρο 34 του Π. Δ. 26 / 2012 με τίτλο: « Κωδικοποίηση σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών », κωδικοποιεί την υφιστάμενη νομοθεσία περί ποσοστώσεων στον αριθμό των υποψηφίων βουλευτών κατά φύλο, και ορίζει ότι: «… Για την ανακήρυξη των εκλογικών συνδυασμών αυτοτελών Κομμάτων, συνασπισμού συνεργαζόμενων Κομμάτων και ανεξαρτήτων, ο αριθμός των υποψηφίων βουλευτών, από κάθε φύλο, πρέπει να ανέρχεται σε ποσοστό τουλάχιστον ίσο με το 1 / 3 του συνολικού αριθμού των υποψηφίων τους, αντιστοίχως, σε όλη την Επικράτεια. Τυχόν δεκαδικός αριθμός στρογγυλοποιείται στην επόμενη ακέραιη μονάδα, εφόσον το κλάσμα είναι ίσο με μισό της μονάδας και άνω ».
Αξιολόγηση των τριών πρώτων περιόδων
Η φυσική παρουσία των γυναικών στην πολιτική δεν αρκεί ως προϋπόθεση για την αλλαγή του περιεχομένου της πολιτικής, του εγγενώς σεξιστικού χαρακτήρα της, και πολύ περισσότερο για τη ριζική μεταβολή της κοινωνικής θέσης των γυναικών. Το φεμινιστικό σχέδιο ως ανεκπλήρωτο αίτημα της νεωτερικότητας παραμένει επίκαιρο, εφόσον η ανισότητα λόγω φύλου στις διάφορες εκδοχές της δεν έχει εξαλειφθεί. Στην παρούσα φάση αναδεικνύεται η πολλαπλότητα των ταυτοτήτων των υποκειμένων( ταξική, έμφυλη, θρησκευτική, φυλετική).
25