Σελίδα 65 από 138
Μέσα στο χειμώνα το βαρύ δεν μπορούσαν να πάνε στα κλαδιά. Έπρεπε να μην βρέχει, μα και να μην φυσά αγέρας δυνατός που μπορούσε εύκολα να τις ρίξει κάτω. Κι έτσι κουμπανιάριζαν την εποχή που ο καιρός ήταν κατάλληλος. Το καλοκαίρι έπρεπε να γίνουν τα συκοΰρια, που χρειαζόντουσαν πολλά δεμάτια κλαδιά. Όταν τα σύκα μαζευόντουσαν, απομέναν τα κλαδιά και τ’ αποθηκεύανε για τις βροχερές μέρες του χειμώνα, μια και ήταν από τ΄απαραίτητα εφόδια του κάθε σπιτικού. Ό, τι λογής καιρός και να τανε έπρεπε κάθε Σάββατο νανάψει ο φούρνος με τα κλαδιά για να ψηθούν τα ψωμιά και να βγουν μοσχοβολισμένα απ΄τα θυμάρια, και πιο πολύ η πίττα που φαγωνότανε πρώτη εκείνη φρέσκια, ζεστή και δεν κοβότανε το ψωμί, να μη φύγει μάνι μάνι από την πρώτη μέρα, γιατί ήταν κακονοικοκυροσύνη. Κείνο τ΄άναμμα του φούρνου, ολόκληρη ιεροτελεστία. Ένα ένα να πετιέται μέσα το κλαδί κι ανάλογα με το είδος να ξεπετιέται η φλόγα και να σου θυμίζει τη βιβλική“ κάμινο του πυρός την καιομένην”… Πιο δυνατή, πιο μεγάλη φλόγα δίνανε τα χινοπόδια, μα και πόσο σουβλερά τ΄αγκάθια τους, κοντά-κοντά. Σε τρυπούσανε πάντα όταν τα μετάπιανες όσο και να πρόσεχες. Εκείνα όμως που μοσχομυρίζανε στο κάψιμό τους ήσαν τα θυμάρια κι οι ξερές αλισφακιιές σαν λαχαίνανε. Δεν χρησιμεύανε μονάχα στ΄άναμμα του φούρνου τα κλαδιά. Οι πιο πολλές νοικοκυρές μαγείρευαν μ΄αυτά, έκαμναν όμορφο τηγάνισμα, μόνο που δεν μπορούσες να ξεφύγεις δίπλα από τη φωτιά. Τα δοκιμάσανε μέσα στον πόλεμο, τότε που αναγκαστικά στραφήκαμε στην μάνα γη, και σπέρναμε όλοι, θερίζαμε, αλέθαμε, ζυμώναμε, φουρνίζαμε κι είχαμε τα κλαδιά για όλα, ακόμα και για φωτισμό, σαν το δελτίο του πετρελαίου κατάντησε ανύπαρκτο. Ένα δεμάτι κλαδιά στοίχιζε παραπάνω από το μεροκάματο μιας εργάτριας. Υπήρχαν γυναίκες κείνο τον καιρό, πούχανε το κουράγιο στις καλές μέρες να πηγαίνουνε και δυο φορές στην ίδια μέρα. Να τα πουλήσουν για να βγάλουν πιο πολλά χρήματα, σαν τις έζωνε η φτώχεια. Μικρή κόρη, θυμούμαι τη Φουκαΐνα, μια χωριανή παπόμεινε χρήρα με τρία παιδιά γιατί ο άντρας της έσκασε στο σφουγγάρι, που μας έφερνε ταχτικά τα κλαδιά στο σπίτι. Τη θαύμαζα μαζί και τη λυπόμουνα σαν την έβλεπα να φτάνει φορτωμένη το πελώριο βαρύ δεμάτι με το κεφάλι σκυφτό, υποταγή στη μοίρα της γυναίκας του νησιού, υποταγή ενσυνείδητη, θυσιαστική, και να τ΄απιθώνει σιγά σιγά στον τοίχο της αυλής. Σαν έμπαινε μέσα στο σπίτι και καθότανε να ξαποστάσει, τριγύριζα κοντά της, μάρεσε ν΄ακούω τη μυρουδιά από τα θυμάρια π’ ανάδινε ολάκερη, παρατηρούσα τα χοντρά ποδήματα που φορούσε, το φαρδύ μεσοφούστανο το παρδαλό και την πουκαμίσα ως πάνω κλειστή και τον χοντρό άσπρο φουτά, που τον άλλαζε σε λίγο με το κανονικό μαύρο τσεμπέρι. Απαραίτητα έπρεπε να τη ρωτήσω:“ από πού έφερες Φουκαΐνα τα κλαδιά;” γελούσε κουρασμένα.