Διαδραστικό Βιβλίο Υλικού Ορθόδοξης Κατασκήνωσης Καλύμνου 2018 Διαδραστικό Βιβλίο υλικού κατασκήνωσης2- 2018 | Page 64
Σελίδα 64 από 138
Πώς να μην αναστενάξει η κλαοφόρα, ιδιως σαν ήταν καλοκαίρι και πάντα κάποιος
θάλειπε στο σφουγγάρι. Αν δεν ήταν ο άντρας, θαταν ο αδελφός, θαταν το γειτονόπουλο
με τον φουτνωτό καρέ ( = τα φουντωτά αντρικά μαλλιά) και τα γεροδεμένα μπράτσα,
που την είχε απαντήσει στο δρόμο, σαν ερχόταν φορτωμένη στον ώμο με τη λαΐνα
(=στάμνα) από την ανηφοριά των πηγαδιών.
Σαν έφταναν στον προορισμό τους, άρχιζε πια να ξημερώνει και ξεχώριζαν καθαρά
γύρω τους. Τότε, σκόρπιζε η συντροφιά, και κάθε μια με τη βοήθεια της αξίνης πουχε
πάρει μαζί της, άρχιζε να βγάζει τα κλαδιά πούσαν ριζωμένα βαθειά στις πέτρες μέσα
στις αγκυλωτές (στα σπιρούνια) κι έπρεπε να καταβάλει δύναμη στο ξερίζωμά τους
(στο νέσπασμα).
Μα και να μην ήταν τάχα το βγάλσιμο μονάχα η δουλειά; Έπρεπε κατόπιν να μαζευτούν
όλα κοντά για να γίνουνε δεμάτι, κι εδώ ήταν όλη η τέχνη της κλαοφόρας : να κάμει
όμορφο δεμάτι μεγάλο με κλαδιά μεγάλα, να το
δέσει γύρω – γύρω με το σκοινί πουχε κουβαλήσει
ζωσμένο στη μέση της, για να μπορέσει να τά
κουμπήσει πάνω στο κεφάλι και να μην διαλύσει
σ΄όλη τη μακρινή διαδρομή πού χε να κάμει.
Σώρευε λοιπόν τα κλαδιά σ΄ ένα μέρος, τά κανε
πρώτα μικρές αγκαλιές, πάντα με τις ρίζες προς
τα μέσα αντικριστά και τις στοίβαζε κοντά τη μια
στην άλλη, δυο τρεις σειρές, ώστε να πάρει το δεμάτι το κανονικό του μέγεθος. Χώρια
από το κυρίως δεμάτι, άφηναν πάντα μια αγκαλιά, το προσώμι, που την τοποθετούσαν
πίσω στο λαιμό τους και λίγο στους ώμους, και πάνω από κει έμπαινε πια το σωστό
δεμάτι. Κατάλληλος έπρεπε να είναι κι ο τόπος που θα δεναν το δεμάτι για να
μπορέσουν να το σηκώσουν. Διαλέγανε συνήθως μια προεξοχή του βράχου,
στεκόντουσαν από κάτω κι έτσι πιο εύκολα πια μπορούσαν να το σηκώσουν κρατώντας
από κάτω με τα δυο χέρια το σχοινί να μην πέσει. Κι άρχιζε τότε η κατηφόρα μέσα από
μικρά μονοπάτια που πάνω στα τραχειά ψηλά βουνά κι αυτά χανόντουσαν ή δεν
υπήρχαν ολωσδιόλου.
Η αυγή που μόλις ρόδιζε πέρα στην ανατολή, το γλυκό αέρι του βουνού δρόσιζε μάγουλα
παρθενικά ή και ρυτιδωμένα από τον αγώνα της ζωής, γιατί δέν έλειπαν σ΄αυτή τη
δουλειά οι παντρεμένες, οι ώριμες, ακόμη κι οι ηλικιωμένες που κρατιόντουσαν.
Πολλές ήταν εκείνες που γύριζαν πριχού (προτού) τις δει του ήλιου το μάτι και το
καυχιούνται σήμερα.
Ξεχώριζε από μακριά η συνοδεία με το επιβλητικό τους παράστημα που γινότανε
υπερφυσικό με το δεμάτι ψηλά.
Αργά και που να σταθούν να ξαποστάσουν, να κουμπίσουν το δεμάτι σε κάποιο τοίχο
ψηλωμένο, να δαγκάσουν καμμιά μπουκιά ξερό ψωμί, να πιουν λίγο νερό και να κόψουν
κμανένα σύκο χλωρό αν λάχαινε ξωτάρικο χτήμα στο δρόμο τους, και να ξανάμπουνε
στη στράτα τους, για να φτάσουν στην ώρα τους, πριν ξυπνήσει το σπιτικό τους.
Το δεμάτι σαν ερχότανε, έμπαινε μέσα στ΄αμπάρι πού ταν κάτω από τον κράββατο, στο
κατώϊ. Μονάχα μέσα στο καλοκαίρι, που δεν υπήρχε κίνδυνος βροχής μπορούσε να μείνει
έξω πρόχειρα στην αυλή.