Διαδραστικό Βιβλίο Υλικού Ορθόδοξης Κατασκήνωσης Καλύμνου 2018 Διαδραστικό Βιβλίο υλικού κατασκήνωσης2- 2018 | Page 63
Σελίδα 63 από 138
Στα πιο παλιά χρόνια, ήσαν πολλές εκείνες που πήγαιναν στα κλαδιά. Κι αν δεν
πήγαιναν συστηματικά, όμως δοκίμαζαν, και τους έχει μείνει σαν όμορφη ανάμνηση.
Τούτη η δουλειά αργότερα απόμεινε στις κλαδοφόρες που κάναν επάγγελμα να
πουλήσουν το δεμάτι τα κλαδιά, για να θρέψουν τη φαμίλια τους σαν δυστυχούσε ή για
να σπουδάσουν τα παιδιά κι αδέλφια, να τα κάμουν επιστήμονες με τoν βαρύ τους
μόχθο.
Σιγά- σιγά μεταπολεμικά, χαθήκανε κι αυτές, κυρίως από τότε που η κάθε νοικοκυρά
έπαψε να ζυμώνει και να φουρνίζει το ψωμί ολάκερης της βδομάδας.
Όμως όλοι ακόμη της γενιάς μας θυμούνται πούβλεπαν τις κλαοφόρες να κατηφορίζουν
από τις πλαγιές των βουνών, με τα πελώρια δεμάτια κλαδιά στο κεφάλι κι ύστερα να
διασχίζουν τα στενά δρομάκια του Χωριού και της Πόθιας, ώστε να πάνε να τ΄
αποθέσουν στο σπίτι που τάχε παραγγείλει.
Από μακριά φαντάζανε όμοιες με πανάρχαια ορθοστημένα αγάλματα, μονάχα με το
κεφάλι λίγο σκυμμένο, γιατί εκείνο σήκωνε όλοτο βάρος, μα με το κορμί στητό και το
βήμα ανάλαφρο, μικρό, πηδηχτό, γιατί έτσι το επέβαλα το πίεσμα του δεματιού από
ψηλά…
Δεν μοιάζαν πια γυναίκες , μοιάζαν μικρές θεές, νεράϊδες του βουνού, ιέρειες π ου
ξεμάκραιναν από την εστία τους, μα μ΄ένα σκοπό, να κρατήσουν άσβηστη τη φωτιά του
σπιτικού τους, θυσιάζοντας τον ύπνο και καταβάλλοντας κόπο δυσανάλογο με τις
γυναίκειες τους δυνάμεις.
Γεμάτα τα βουνά μας από κλαδιά, μα για να βρουν μεγάλα κλαδιά οι κλαοφόρες να
κάμουν ολόκληρο δεμάτι, έπρεπε να πάνε μακριά, δυο τρεις ώρες δρόμο πολλές φορές,
να σκαρφαλώσουνε κορφές, να κατέβουν λαγκαδιές για να πετύχουν παρθένους τόπους
με θυμάρια μια αγκαλιά το καθένα και χινοπόδια.
Πάντα συντροφιαστά ξεκινούσαν για τα κλαδιά, τρεις
τέσσερις μαζί ή και παραπάνω, ποτέ μια μοναχή της.
Πώς να ξεκινήσει μοναχή της, αφού ήταν ακόμη
νύχτα, τρεις ή τέσερεις το πρωΐ κι ο πετεινός δεν είχε
λαλήσει να διαλύσουν τα στοιχειά;
Διπλό καλό η συντροφιά : δεν γουλιούσανε (δε
φοβόντουσαν), μα και βοηθούσε η μια την άλλη στο
σήκωμα του δεματιού.
Πολλοί ήσαν οι τόποι που μπορούσαν να βγάλουν όμορφα κλαδιά, μα όλοι μακρινοί,
δύσκολοι, χωρίς ούτε ούτε ένα μονοπάτι: το βουνό του Προφήτη Ηλία, ο Μηλιανός, η
Σέλλη, ο δρόμος ο παλιός του Βαθύ, η βουνοπλαγιά των Βοθύνων, του Αγίου
Κωνσταντίνου, του Τράχηλα κι άλλοι ακόμη.
Αντιλαλούσαν τα βουνά από τα τραγούδια όταν πηγαίνανε οι κλαοφόρες στα κλαδιά.
Ξεχνούσαν έτσι το φόβο τους στην ερημιά, κι όλο και κάποιο μαράζι έφευγε και
χανότανε μαζί με τάστρα που σβήνανε ένα ένα όσο πλησίαζε η αυγή:
Το φεγγαράκι ρώτηξε και τάστρα να σου πούνε
πώς κλαίνε τα ματάκια μου όταν σε θυμηθούνε
Με το φεγγάρι περπατώ με τ΄άστρι κουβεντιάζω
κι αμερινός μαρώτηξε τί έχω κι αναστενάζω