Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
συμβαίνω = έρχομαι σε διαπραγμάτευση ή σε συμβιβασμό ή σε συμφωνία . συμβάλλω = συνενώνω , συντελώ . συμβολή = συνάντηση , ένωση . συμπεριάγω = περιφέρω μαζί . συμπίπτω = πέφτω με ορμή , πέφτω μαζί συμπίπτει = συμβαίνει . συμπράττω = συνεργώ , βοηθώ . συναγείρω = συγκαλώ , συναθροίζω . συνάγω = συγκεντρώνω , συνάπτω . συναλλαγή = ανταλλαγή , συμφιλίωση . συναλλάττω = συμφιλιώνω , ανταλλάσσω . σύνδικος = συνήγορος . συνέχω = συγκρατώ , διαφυλάττω . συνηγορέω-ῶ = είμαι συνήγορος . συνίστημι = στήνω μαζί , συνδυάζω , συνενώνω , συγκροτώ . συνίσταμαι = συμπλέκομαι , συνδέομαι , έρχομαι σε συνεννόηση συνιστάμενον ( τό συνεστηκός ) = συνωμοσία , συνωμότες . σύνοιδα = γνωρίζω καλά σύνοιδα ἐμαυτῷ = συναισθάνομαι σύνοιδά τινι = γνωρίζω όσα και κάποιος άλλος . συνουσία ( σύνειμι ) = συναναστροφή ποιοῦμαι τήν συνουσίαν = επικοινωνώ . σφάλλω = βλάπτω . σφάλλομαι = κάνω σφάλμα , πλανώμαι , απατώμαι , παθαίνω . σφάλμα = αποτυχία , ζημία , λάθος . σφόδρα = πολύ . σχολή = οκνηρία , ευκαιρία , απραξία σχολήν ἄγω = ευκαιρώ , αδρανώ . σῴζω = σώζω , διατηρώ , διαφυλάττω . ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δύναμης .
τακτός = καθορισμένος . τάττω = τακτοποιώ , παρατάσσω . τείχισμα = οχύρωμα . τειχομαχέω-ῶ = μάχομαι κατά τείχους . τειχομαχία = επίθεση εναντίον τείχους . τελευτάω-ῶ = τελειώνω , καταλήγω τελευτῶ ( τόν βίον ) = πεθαίνω τελευτῶν ( επιρ .) = τελικά . τελευτή = θάνατος , τέλος .
396