Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 388

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
τελέω-ῶ = εκτελώ , πληρώνω . τέλος = αποτέλεσμα , τέλος , σκοπός , πληρωμή , φόρος οἱ ἐν τέλει ( οἱ τά τέλη ἔχοντες - τό τέλος , τά τέλη , τά οἴκοι τέλη ) = οι άρχοντες ( στην πατρίδα ). τέμνω = κόβω , διαιρώ , χωρίζω τέμνω τόν σῖτον ( τήν χώραν ) = καταστρέφω τα σπαρτά ( την ύπαιθρη χώρα ). τίθημι = τοποθετώ , θέτω , κατατάσσω τίθημι ἀγῶνα = προκηρύσσω , διοργανώνω α- γώνα τίθημι νόμον = εισάγω , προτείνω νόμο ψῆφον τίθεμαι = ψηφοφορώ τά ὅπλα τίθεμαι = στρατοπεδεύω , παρατάσσω . τιμάω-ω = τιμώ , σέβομαι , ανταμείβω τιμῶ τινί τινος ( ως δικαστής ) = ορίζω για κάποιον ως ποινή κάτι . τιμωρέω-ῶ ( τινί ) = βοηθώ τιμωρῶ ὑπέρ τινος = βοηθώ , λαμβάνω εκδίκηση για λογαριασμό για τον φόνο κάποιου τιμωρῶ τινα = τιμωρώ τιμωροῦμαί τινά = τιμωρώ , εκδικούμαι . τιμωροῦμαι = τιμωρούμαι . τριταῖος = τριών ημερών , κατά την τρίτη ημέρα . τριχῇ = σε τρία μέρη , κατά τρεις τρόπους . τυγχάνω = πετυχαίνω , βρίσκω , συναντώ .
υἱόν ποιοῦμαι ( τίθεμαι ) = υιοθετώ . ὑπάγω = υποτάσσω , αποσύρω κρυφά ὑπάγω εἰς δίκην = σύρω στα δικαστήρια . ὑπάρχω = κάνω την αρχή , υπάρχω ὑπάρχω εὖ ποιῶν = κάνω την αρχή ευεργεσίας . ὑπεξάγω = κρυφά εξάγω , διασώζω . ὑπεξαιρέω-ῶ = κρυφά αφαιρώ . ὑπεξανάγομαι = ανοίγομαι με προφυλάξεις στο πέλαγος . ὑπερβάλλω = υπερτερώ , είμαι υπερβολικός . ὑπερήδομαι = δοκιμάζω μεγάλη χαρά . λόγον ὑπέχω = λογοδοτώ . ὑπέχω αἰτίαν τινός = κατηγορούμαι για κάτι . υπισχνέομαι-οῦμαι = υπόσχομαι . ὑποπτεύω = υποψιάζομαι , φοβάμαι , προαισθάνομαι . ὑποπτεύομαι = θεωρούμαι ύποπτος . ὑπόσπονδος = κατόπιν ανακωχής , με προστασία σπονδών ἀπέδοσαν ( ἀνείλοντο ) τούς νεκρούς ὑποσπόνδους = έδωσαν πίσω ( περισυνέλεξαν ) τους νεκρούς κατόπιν ανακωχής προς ενταφιασμό . ὑποτίθημι = θέτω υποκάτω .
397