Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Seite 386

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ῥώμη = δύναμη , θάρρος ἑρρωμένως = με θάρρος , με σθένος .
σεμνός ( σέβω ) = σεβαστός , σπουδαίος . σθένος = δύναμη . σιγήν ἔχω = σιωπώ , διάγω ειρηνικά . σῖτος & πληθ . τά σῖτα = σιτάρι , αλεύρι σῖτος τακτός = ορισμένη ποσότητα τροφίμων σῖτος ἐσπλεῖ = εισάγονται τρόφιμα περί σίτου ἐκβολήν = περίπου όταν σχηματίζονται τα πρώτα στάχυα των σιτηρών ὁ σῖτος ἐν ἀκμῇ ἐστι = τα σιτηρά ωριμάζουν . σκεδάννυμι = διασκορπίζω . σκευάζω = παρασκευάζω , κατασκευάζω . σκευή = ετοιμασία , ενδυμασία , στολή . σκευοφόρος = αχθοφόρος τά σκευοφόρα = τα υποζύγια , οι αποσκευές . σκέψις = σκέψη , εξέταση . σκηνόω-ῶ (< σκῆνος ) = κατασκηνώνω . σκοπέω-ῶ & σκοποῦμαι = παρατηρώ , προσέχω , κατασκοπεύω , κρίνω , εννοώ , σκέπτομαι σκέψασθε παρ ’ ὑμῖν αὐτοῖς = σκεφθείτε μέσα σας . σκοταῖος = σκοτεινός , με το σκοτάδι . σπένδομαι = κάνω σπονδές , συνθηκολογώ , ειρηνεύω . σπεύδω = επιταχύνω , επιδιώκω , βιάζομαι . σπονδή (< σπένδω ) = σπονδή , συνθήκη , ειρήνη λύω τάς σπονδάς = παραβιάζω τις συνθήκες σπονδάς ποιοῦμαι = κλείνω ειρήνη , υπογράφω συνθήκη . σποράδην & σποράδες = σκορπιστά , σποραδικά . σπουδάζω = επιδιώκω , φροντίζω . στέλλω-ῶ = αποστέλλω . στέργω = αγαπώ , αρκούμαι . στρατοπεδεία & στρατοπέδευσις = στρατοπέδευση . συγγίγνομαι = συναναστρέφομαι , συναντώ , συνενώνομαι . συγγιγνώσκω = συμφωνώ , ομολογώ , συγχωρώ συγγνώμην ἔχω τινί = δικαιολογώ κάποιον συγγνώμης τυγχάνω = συγχωρούμαι . σύγκειμαι = αποτελούμαι από . συκοφαντέω-ῶ = συκοφαντώ . συλλαμβάνω = συλλαμβάνω . συλλέγω = συγκεντρώνω , στρατολογώ . σύλλογος = συνέλευση , συγκέντρωση .
395