Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 385

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
προβουλεύω = προμελετώ , καταρτίζω σχέδιο νόμου . πρόδηλος = ολοφάνερος . προθυμέομαι-οῦμαι = είμαι πρόθυμος ή έτοιμος , επιθυμώ . προθυμία = προθυμία , ζήλος . προΐεμαι = εγκαταλείπω , περιφρονώ , παραμελώ . προΐσταμαι = είμαι επί κεφαλής , είμαι αρχηγός . οἱ προεστῶτες = αρχηγοί . προλέγω = προτιμώ , προφητεύω δημόσια , διακηρύσσω , διατάζω . προνοέω-ῶ = προβλέπω , φροντίζω . προνομή = επιδρομή , διαρπαγή . προπετής = ορμητικός , βίαιος , επιρρεπής . προσάγω = οδηγώ , προσκομίζω . προσάντης = ανηφορικός , δύσκολος , δυσάρεστος . προσδοκάω-ῶ = περιμένω , ελπίζω . προσδοκέω-ῶ = φαίνομαι , θεωρούμαι . πρόσειμι (< πρός + εἶμι ) = προσέρχομαι , επέρχομαι , πλησιάζω . πρόσειμι ( πρός + εἰμί ) = είμαι παρών , προσθέτομαι . προσέχω τόν νοῦν ( τήν γνώμην ) = έχω στραμμένη την προσοχή μου . προσκοπέω-ῶ = εξετάζω εκ των προτέρων . προσοικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον . πρόσοικος = γειτονικός . προσπίπτω = πέφτω επάνω σε …, προσκρούω , επέρχομαι ξαφνικά . προσπλέω = πλησιάζω , πλέω προς , πλέω εναντίον . πρόσφορος = χρήσιμος , ωφέλιμος , κατάλληλος , πρέπων . πρότερος = πιο μπροστά , προηγούμενος . προὔργου (< πρό + ἔργου ) = χρήσιμος , ωφέλιμος μηδέν προὔργου ἐστί = κανένα όφελος δεν υπάρχει . πρύμναν κρούομαι = κωπηλατώ προς τα πίσω , οπισθοχωρώ πρύμναν λύω = αποπλέω . πυνθάνομαι = ζητώ να μάθω , πληροφορούμαι , ακούω . πώποτε = ποτέ μέχρι τώρα .
ῥᾴδιος ( παραθ . ῥᾴων-ῥᾷστος ) = εύκολος , πρόθυμος , έτοιμος . ῥαθυμέω-ῶ = αμελώ , αδιαφορώ . ῥαστώνη = ευχέρεια , ανάπαυση .
394