Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
εὖ ποιῶ = ευεργετώ κακῶς ποιῶ = κακοποιώ , βλάπτω . ποιοῦμαι = κατασκευάζω , θεωρώ τήν κρίσιν ποιοῦμαι = κρίνω γνώμην ποιοῦμαι = προτείνω ποιοῦμαι διαλλαγάς = συμφιλιώνομαι εἰρήνην ποιοῦμαι = ειρηνεύω ποιοῦμαι πόλεμον = πολεμώ ποιοῦμαι υἱόν = αποκτώ γιο ποιοῦμαί τινα υἱόν = υιοθετώ κάποιον ποιοῦμαι τινά ἐκποδών = απομακρύνω , εξοντώνω , εξουδετερώνω περί πολλοῦ ( περί πλείονος , περί πλείστου ) ποιοῦμαι = θεωρώ σπουδαίο ( σπουδαιότερο , σπουδαιότατο ), αποδίδω μεγάλη ( μεγαλύτερη , μεγίστη ) σημασία περί ὀλίγου ( περί ἐλάττονος , περί ἐλαχίστου , περί οὐδενός ) ποιοῦμαι = αποδίδω λίγη ( λιγότερη , ελάχιστη , καμία ) σημασία περί παντός ποιοῦμαί τι = θεωρώ κάτι ως ανεκτίμητο α- γαθό . πολέμιος = εχθρός . πολιτεία = πολίτευμα , δημοκρατία πολιτείαν κατασκευάζομαι = θεσπίζω πολίτευμα . πολιτεύω = είμαι πολίτης , ζω ως πολίτης πολιτεύομαι = αναμειγνύομαι στα πολιτικά πόλεις εὖ πολιτευόμεναι = καλά κυβερνώμενες . πολλάκις = πολλές φορές . πολλαχόθεν = από πολλές πλευρές πολλαχοῦ = πολλές φορές , σε πολλά μέρη . πολυπράγμων = πολυάσχολος , περίεργος . ὡς ἐπί τό πολύ = ως επί το πλείστον πλέον ἔχω = πλεονεκτώ οὐδέν πλέον = κανένα όφελος , κέρδος πλέον φέρομαί τινος = πλεονεκτώ . πονέω-ῶ = κοπιάζω , στενοχωριέμαι . πονηρός = κακός , φαύλος , βλαβερός . πόνος = κόπος , αγώνας . πράγματα ἔχω = ενοχλούμαι ἔρχομαι ἐπί τά πράγματα = αποκτώ δύναμη . πραγματεύομαι = ασχολούμαι με κάτι . πράσσω = πράττω , κατορθώνω , διαπραγματεύομαι . εὺ πράττω = ευτυχώ κακῶς πράττω = δυστυχώ πράττω μετά τινος = συμπράττω ἐκ πολλοῦ πράσσοντες = ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις . πρεσβεία = πρέσβεις , αποστολή πρέσβεων . πρεσβεύω = είμαι πρεσβύτερος , είμαι πρεσβευτής , πηγαίνω ή διαπραγματεύομαι ως πρεσβευτής . πρεσβεύομαι = διαπραγματεύομαι , στέλνω πρέσβεις , πηγαίνω ως πρεσβευτής . προαγορεύω = προειδοποιώ , δηλώνω απερίφραστα . προάγω = παρακινώ προάγομαι = παρακινούμαι . προαίρεσις = προτίμηση , εκλογή . προαιροῦμαι = εκλέγω , προτιμώ . προαισθάνομαι = εκ των προτέρων αντιλαμβάνομαι , προβλέπω . προαπεχθάνομαι = εκ των προτέρων γίνομαι μισητός . προβολή = προεξοχή , καταγγελία .
393