Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
οἱ παριόντες = οι ρήτορες , οι διαβάτες . παρέχω = δίνω , προξενώ , παράγω παρέχω πράγματα = ενοχλώ τοιοῦτον ἐμαυτόν παρέχω = δείχνω τέτοια διαγωγή . παρίσταταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου . παροικέω-ῶ = κατοικώ πλησίον . παροινία = συμπεριφορά μεθυσμένου . παρρησιάζομαι = μιλώ ελεύθερα . πάσχω = παθαίνω , υποφέρω , τιμωρούμαι εὖ πάσχω = ευεργετούμαι κακῶς πάσχω = κακοποιούμαι . πατρῷος = ο ανήκων στον πατέρα τά πατρῷα = πατρική κληρονομιά . παύω = παύω , διακόπτω , τελειώνω . πεδίον (< πέδον ) = πεδιάδα . πειράω-ῶ = δοκιμάζω , επιχειρώ πειρῶμαι = δοκιμάζω , προσπαθώ , επιτίθεμαι . πένης = φτωχός , άπορος , στερημένος . περιάγω = περιφέρω . περιαιρέω-ῶ = αφαιρώ , κατεδαφίζω . περιγίγνομαι = υπερέχω , νικώ , επικρατώ . περιίστημι = περικυκλώνω . περίλοιπος = υπόλοιπος . περίλυπος = λυπημένος . περιμάχητος = περιζήτητος . περιοράω-ῶ = βλέπω ολόγυρα , περιφρονώ , επιτρέπω , ανέχομαι , περιμένω , βλέπω με αδιαφορία περιορῶμαι = διστάζω . περιουσία = αφθονία , περιουσία . περιπλέω = πλέω γύρω . περίπλεως & – πλεος = κατάμεστος . περιτείχισμα = οχύρωμα . πιθανός = πιστικός , πιστευτός . πίπτω = πέφτω , σκοτώνομαι . πιστά λαμβάνω τινός = λαμβάνω ένορκες διαβεβαιώσεις για κάτι . πλήθω = είμαι γεμάτος . πλημμελέω-ῶ = κάνω σφάλμα πλημμέλημα = σφάλμα . πλήρης = γεμάτος , επαρκής . πληρόω-ῶ = γεμίζω , εξοπλίζω πλοίο πληρῶ ναῦν = επανδρώνω πλοίο . πλώιμος = πλωτός , κατάλληλος για θαλάσσια ταξίδια . πνιγηρός = αυτός που αποπνίγει . πνῖγος ( τό ) = υπερβολική ζέστη . ποιῶ πόλεμον = προκαλώ πόλεμο , είμαι αίτιος πολέμου .
392