Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 382

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
τίθεμαι τά ὅπλα = παρατάσσομαι , στρατοπεδεύω . ὁπότερος = όποιος απ ’ τους δύο . ὀρέγω = προτείνω , προσφέρω ὀρέγομαι = επιθυμώ . ὄρεξις = επιθυμία , κλίση . ὀρθόω-ῶ = ανορθώνω , ανεγείρω ὀρθοῦμαι = σηκώνομαι . ὁρμάω-ῶ = παρακινώ , ορμώ ὁρμῶμαι = εξορμώ , είμαι πρόθυμος . ὁρμίζω = προσορμίζω , αγκυροβολώ . ὀρύττω = σκάβω . ἐφ ’ ᾧ & ἐφ ’ ᾧ τε (+ απαρ .) = υπό τον όρο . ὀφείλω ( ὄφελος ) = οφείλω . ὀφλισκάνω = οφείλω ὀφλισκάνω δίκην = καταδικάζομαι . ὀχλώδης = ταραχώδης . ὀψέ = αργά . ὀψία = εσπέρα .
πάθος = πάθημα , συμφορά , ατύχημα . παιδεύω (< παῖς ) = εκπαιδεύω . παμπληθής = πάρα πολύς . πανδημ ( ε ) ί = με όλο το λαό ή τον στρατό . παντάπασιν = εντελώς . πανταχῇ = παντού . πανταχόθεν = από παντού . παντελής = τέλειος , ολόκληρος , πλήρης . παραβάλλω = συγκρίνω , τοποθετώ . παραγγέλλω = διατάζω , αναγγέλλω . παραγίγνομαι = παρευρίσκομαι , φθάνω . παράγω = παρασύρω , οδηγώ πλησίον . παρακαλέω-ῶ = προσκαλώ , παρακινώ� παρακαλοῦμαι = επικαλούμαι , προτείνω . παρακατοικίζω = βάζω κάποιον να κατοικήσει πλησίον κάποιου . παραλλάττω = μεταβάλλω , αλλοιώνω . παραλύω = λύνω , καταλύω , ελευθερώνω . παραπλέω = πλέω παραλιακά , παραπλεύρως . παρασκευή =( πολεμική ) ετοιμασία . παραυτίκα = αμέσως . πάρειμι (< παρά + εἰμί ) = είμαι παρών . παρέρχομαι = διέρχομαι πλησίον παρέρχομαί τινα = παραβλέπω κάποιον τό παρεληλυθός = το παρελθόν .
391