Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 381

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
οἰκείως = ευνοϊκά , φιλικά οἰκείως ἔχω πρός τινα = συνδέομαι φιλικά με κάποιον οἰκείως χρῶμαί τινι = έχω φιλικές σχέσεις με κάποιον . οἰκέτης = δούλος , υπηρέτης . οἰκέω-ῶ = κατοικώ . οἰκήτωρ = κάτοικος , άποικος . οἰκίζω = χτίζω οικία , ιδρύω αποικία . οἰκιστής = ιδρυτής αποικίας . οἰκτίρω = λυπάμαι κάποιον . οἰμωγή = θρήνος . οἰμώζω = θρηνώ . οἴομαι = νομίζω , φαντάζομαι , σκοπεύω . οἷόν τ ’ ἐστί = είναι δυνατόν . οἷός τ ’ εἰμι = δύναμαι , μπορώ . οἴχομαι = έχω φύγει , αφανίζομαι . οἰωνός = μαντικό πτηνό , σημείο , οιωνός . ὀλιγαρχία = ολιγαρχικό πολίτευμα . οἱ ὀλίγοι = οι ολιγαρχικοί . ὀλιγωρέω-ῶ = παραμελώ , αδιαφορώ . ὀλιγωρία = αδιαφορία , παραμέληση . ὄλλυμι & ὀλλύω = χάνω , καταστρέφω . ὀλοφυρμός = θρήνος . ὀλοφύρομαι = θρηνώ . ὁμιλέω-ῶ = συναναστρέφομαι . ὄμνυμι = ορκίζομαι , βεβαιώνω με όρκο . ὁμογνωμονέω-ῶ = συμφωνώ . ὁμογνώμων = σύμφωνος . ὁμόθυμος = ομόφωνος . ὁμολογέω-ῶ = συμφωνώ , παραδέχομαι . ὅμορος ( ὁμοῦ-ὅρος ) = γειτονικός . ὁμοσκηνέω-ῶ = μένω με άλλον στην ίδια σκηνή . ὁμοῦ = μαζί . ὁμόφυλος = ομοεθνής . ὀνειδίζω = κατηγορώ , προσβάλλω . ὄνειδος = κατηγορία , ντροπή καθίστημί τινα εἰς ὀνείδη = ρίχνω κάποιον στην καταισχύνη . ὀνομάζω = ονομάζω , καλώ ονομαστικά φοβερῶς ὀνομάζω = μεταχειρίζομαι φοβερές εκφράσεις . το ὁπλιτικόν = οι οπλίτες .
390