Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
καλέω-ῶ = καλώ , προσκαλώ . κάμνω = κοπιάζω , ασθενώ , νικιέμαι . καρπόομαι-οῦμαι = καρπώνομαι , απολαμβάνω , έχω έσοδα από κάπου . καρτερέω-ῶ = υπομένω , αντέχω . καταβαίνω = κατεβαίνω . καταβάλλω = ρίχνω κάτω , ανατρέπω , νικώ , κατεδαφίζω . καταβοή = κατακραυγή . καταγιγνώσκω τινός τι = κατηγορώ κάποιον για κάτι καταγιγνώσκεταί τις = καταδικάζεται θάνατος καταγιγνώσκεται = γίνεται καταδίκη σε θάνατο . καταγορεύω = κατηγορώ . κατάγω = επαναφέρω κάποιον από την εξορία . κατάδηλος = ολοφάνερος . καταδουλόω-ῶ & καταδουλοῦμαί τινα = υποδουλώνω . καταισχύνω = ντροπιάζω . καταισχύνομαι = αισθάνομαι ντροπή . καταλέγω = καταγράφω στον κατάλογο , στρατολογώ , καταριθμώ , εκθέτω κατά τάξη . καταλείπω = κληροδοτώ , αφήνω πίσω , εγκαταλείπω , παραδίδω . καταλλαγή = ανταλλαγή , συμφιλίωση . καταλλάσσω = συμφιλιώνω . κατάλυσις = διάλυση , κατάργηση . καταλύω = λύνω , καταβάλλω , καταργώ . καταναυμαχέω-ῶ = κατανικώ σε ναυμαχία . καταπλέω = προσορμίζομαι . κατάπληξις = έκπληξη , φόβος . καταπλήσσω = κατατρομάζω κάποιον . καταπλήσσομαι = φοβάμαι . κατάπλους = κατάπλους σε λιμάνι . κατασήπομαι = σαπίζω . κατατρίβω = αφανίζω , καταστρέφω . καταφρονέω-ῶ = περιφρονώ , περηφανεύομαι . καταψηφίζομαι = καταδικάζω . κατηγορέω-ῶ = κατηγορώ , διατυπώνω κατηγορίες . κατοικέω-ῶ = κατοικώ . κατοικίζω = εγκαθιστώ κατοίκους . κατοικτείρω & κατοικτίρω = λυπάμαι πολύ . κατοκνέω-ῶ = διστάζω πολύ . καῦμα = καύσωνας . καῦσις = καύση , καυτηρίαση .
384