Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 376

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
κεῖμαι = είμαι ξαπλωμένος , έχω ταφεί . κελεύω = διατάζω , προτρέπω , συμβουλεύω , παρακαλώ . κενός = αδειανός , στερημένος . κεράννυμι = αναμειγνύω , συνδυάζω . κέρας = άκρο στρατιωτικής παρατάξεως , πτέρυγα , σάλπιγγα . κερδαίνω = αποκομίζω κέρδη . κερδαλέος = επικερδής . κηδεστής = συγγενής , γαμβρός . κηδεστία = συγγένεια . κήδομαι = φροντίζω . κινδυνεύω = διατρέχω κίνδυνο . ὁ κινδυνεύων = ο κατηγορούμενος . κίνησις = αναστάτωση , πόλεμος . κλαυθμός = θρήνος . κοινός = κοινός , δημόσιος , αμερόληπτος . τό κοινόν = το σύνολο των πολιτών . τά κοινά = διαχείριση των κοινών , δημόσιες υποθέσεις . κοινωνέω-ῶ = συμμετέχω , κάνω κάτι από κοινού , συμφωνώ . κοινωνός = συνεργάτης . κολάζω = τιμωρώ κολάζομαί τινα = τιμωρώ . κουφίζω = ανακουφίζω . κρατέω-ῶ ( τινός ) = γίνομαι κύριος , κυριεύω , επικρατώ . κρατῶ ( τινα ) = νικώ . κράτος = δύναμη , εξουσία , κυριαρχία . κρείττων = ο πιο δυνατός . κρημνώδης = απόκρημνος . κρήνη = βρύση , πηγή . κρηπίς = θεμέλιο . κρίνω = διαχωρίζω , αποχωρίζω , αποφασίζω . κρίσιν ποιοῦμαί τινι = δικάζω κάποιον . κρούω & κρούομαι = χτυπώ , συγκρούω . κρούομαι πρύμναν = οπισθοδρομώ . κρύφα = κρυφά . κτάομαι-ῶμαι = αποκτώ , προμηθεύομαι . κτείνω = σκοτώνω . κώλυμα = εμπόδιο . κωλύμη = παρακώλυση , εμπόδιση . κωλύω = εμποδίζω , απαγορεύω .
385