Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Seite 374

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἰδίᾳ = ιδιαίτερα , προσωπικά . ἰδιωτεύω = είμαι ιδιώτης . χώρα ἰδιωτεύουσα = ανάξια λόγου . ἱδρύω = ιδρύω , κτίζω ἱδρύομαι = εγκαθίσταμαι κάπου με ασφάλεια . ἱερός = ιερός , αφιερωμένος γίγνεται τά ἱερά = οι θυσίες αποβαίνουν ευνοϊκές . ἵημι = ρίχνω , εκπέμπω ἵεμαι = ορμώ . ἱκετεύω = παρακαλώ . ἱκέτης = ικέτης . ἱκνέομαι-οῦμαι = έρχομαι . ἱππάσιμος = κατάλληλος για ιππασία . ἰσηγορία = ισότητα απέναντι του νόμου . ἰσόπεδον = ομαλό έδαφος . ἵστημι = στήνω , διεγείρω ἵσταμαι = στέκομαι , κείμαι . ἰσχύς = δύναμη . ἰσχύω = είμαι ( γίνομαι ) ισχυρός .
καθαιρέω-ῶ = κατεβάζω , κατεδαφίζω , καταδικάζω , κυριεύω . καθαίρω = καθαρίζω . κάθαρσις = εξαγνισμός . καθίστημι = διορίζω , εγκαθιστώ , παρατάσσω , τακτοποιώ καθίσταμαι = εγκαθίσταμαι καθίσταμαι τήν πολιτείαν = τακτοποιώ τα πράγματα της πόλεως καθίσταμαι εἰς λόγους = αρχίζω διαπραγματεύσεις καθίσταμαί τι = τακτοποιώ κάτι . κάθοδος = επάνοδος στην πατρίδα . καινοτομέω-ῶ = επιφέρω καινοτομίας . καίριος = αξιόλογος , κατάλληλος . καιρός = ευκαιρία , κατάλληλη στιγμή ἐν καιρῷ γίγνεταί τι = αποβαίνει προς όφελος μετά καιροῦ = σε κατάλληλη περίσταση παρά καιρόν = παράκαιρα . κακία = κακότητα , δειλία . κακοδαιμονία = ατυχία , δυστυχία . κακοδοξία = κακή φήμη . κακόνους = δυσμενής , ο σκεπτόμενος κακό . κακοπάθεια = αθλιότητα . κακοπραγέω-ῶ = αποτυγχάνω , δυστυχώ . κακοπραγία = αποτυχία , δυστυχία . κακουργέω-ῶ = πράττω κακά , βλάπτω .
383