Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Página 373

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
θαλασσοκρατέω-ῶ = είμαι κύριος της θάλασσας . θάλπος = θερμότητα , ζέστη . θανατόω-ῶ = θανατώνω , φονεύω . θαρσέω-ῶ & θαρρῶ = παίρνω θάρρος . τό θαρσοῦν = το θάρρος . θάρσος-θάρρος-θράσος = θάρρος , τόλμη . θαρσύνω-θαρρύνω = δίνω θάρρος . θαυμάζω = απορώ , θαυμάζω , ζηλεύω , εκπλήττομαι . θαυμάσιος-θαυμαστός = παράδοξος , αξιοθαύμαστος . θεάομαι-ῶμαι = βλέπω , εξετάζω . θεῖος = θεϊκός . θέμις (< τίθημι )= νόμος , δίκαιο , ορθό . θεοφιλής = αγαπητός στους θεούς . θεραπεύω = υπηρετώ , λατρεύω , περιποιούμαι . θεράπων-οντος = υπηρέτης . θέω = τρέχω , πλέω δρόμῳ θέω = προχωρώ τροχάδην . θεωρέω-ῶ = βλέπω , παρατηρώ , επιθεωρώ . θηράω-ῶ = κυνηγώ , συλλαμβάνω , αιχμαλωτίζω , σκοτώνω , επιδιώκω . θνῄσκω = πεθαίνω , σκοτώνομαι . θορυβέω-ῶ = προξενώ θόρυβο , θορυβοῦμαι = ταράζομαι , ενοχλούμαι . θροῦς = ψίθυρος . θυμοειδής = ζωηρός , ορμητικός . θυμόομαι-οῦμαι = εξοργίζομαι . θύω-θύομαι = θυσιάζω . θωπεία = κολακεία . θωπεύω = κολακεύω . θωρακίζω = οπλίζω με θώρακα .
ἰάομαι-ῶμαι = γιατρεύω . ἴδιος = δικός μου , ιδιωτικός , προσωπικός , ατομικός . τά ἴδια = ιδιωτικές υποθέσεις .
382