Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Página 372

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ζεύγνυμι = ζεύω , δένω , συνδέω . ζεύγνυμι ναῦς = στερεώνω πλοία με σχοινιά . ζηλόω-ῶ = ζηλεύω . ζημία = βλάβη , πρόστιμο , ποινή , τιμωρία . ζημιόω-ῶ = βλάπτω , τιμωρώ . ζητέω-ῶ = ζητώ , επιθυμώ . ζήω-ῶ = ζω . ζωγρέω-ῶ = συλλαμβάνω ζωντανό , αιχμαλωτίζω .
ἡβάω-ῶ = βρίσκομαι στην ήβη . ἥβη = νεότητα . ἡγεμονία = αρχηγία , αρχή , κυριαρχία . ἡγεμών = αρχηγός , οδηγός . ἡγέομαι-οῦμαι = προηγούμαι , οδηγώ , είμαι αρχηγός , θεωρώ , νομίζω , πιστεύω περί πολλοῦ ( πλείονος , πλείστου ) ἡγοῦμαί τι = αποδίδω μεγάλη ( μεγαλύτερη , μεγίστη ) σημασία σε κάτι . ἥδομαι = ευχαριστούμαι . ἡδονή = ευχαρίστηση , τέρψη . ἡδυπάθεια = ηδονική ζωή , απολαύσεις . ἡδύς = γλυκός . ἡδέως = με ευχαρίστηση . ἥκιστα = καθόλου . ἥκω = έχω έλθει , έχω καταντήσει . ἡλικιώτης & ἧλιξ = συνομήλικος . ἡλίκος = πόσο μεγάλος , πόσο μικρός . ἡμέτερος = δικός μας . ἠμί = λέγω ἦν δ ’ ἐγώ = είπα εγώ ἦ δ ’ ὅς = είπε αυτός . ἤπειρος = στεριά . Ἤπειρος = η Ασία . ἡσυχία = ησυχία ἡσυχίαν ἔχω ή ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω . ἡττάομαι-ῶμαι = είμαι κατώτερος , νικιέμαι , υστερώ .
381