Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
εὐνομέομαι-οῦμαι = έχω καλούς νόμους , κυβερνώμαι καλά . εὐνομία = καλή διοίκηση . εὔνους = ευνοϊκός , φιλικός . εὐπάθεια = ευτυχία . εὐπραγέω-ῶ = ευτυχώ . εὐπρανία & εὐπραξία = ευτυχία . εὖρος = πλάτος . εὐρωστία = σωματική δύναμη . εὔρωστος = ρωμαλέος . εὔτακτος = τακτικός , πειθαρχικός . εὐταξία = πειθαρχία . εὐτρεπίζω = ετοιμάζω , τακτοποιώ , επισκευάζω . εὐφροσύνη = χαρά . ἐφεξής = κατά σειρά , διαδοχικά . ἐφέπτω & ἐφέπτομαι = ακολουθώ , καταδιώκω . ἐφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ , πληροφορώ . ἐφήδομαι = επιχαίρω . ἐφίημι = στέλνω , ρίχνω , απολύω . ἐφίεμαι = επιθυμώ , δίνω εντολές . ἐφικνοῦμαι τῷ λόγῳ = πλησιάζω την αλήθεια ή την πραγματικότητα με το λόγο μου . ἐφίστημι = τοποθετώ επάνω , διορίζω . ἐφοράω-ῶ = επιβλέπω . ἐφορμάω-ῶ = επιτίθεμαι , εξεγείρω . ἐφορμέω-ῶ = κάνω αποκλεισμό , πολιορκώ . ἐφόρμησις & ἔφορμος = αποκλεισμός , πολιορκία . ἐφορμίζω = φέρνω το πλοίο στην ακτή . ἐφορμίζομαι = αγκυροβολώ . ἔχθος = ( το ) μίσος . ἔχθρα = μίσος οἰκεία ἔχθρα = προσωπική . ἐχυρός (< ἔχω ) = οχυρός , ασφαλής . ἔχω = έχω , κατέχω , κρατώ , αντέχω . ἔχομαι = κατέχομαι , κρατούμαι , προσκολλώμαι . ἔχω + απαρέμφ .= μπορώ . ἕως = αυγή . ἅμα ἕῳ = τα χαράματα .
380