Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 370

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἐπουρίζω = βοηθώ ως ούριος άνεμος , ευνοώ . ἔπουρος = ούριος . ἐράω-ῶ = αγαπώ , είμαι εραστής . ἐργάζομαι = κάνω , προξενώ , εργάζομαι . ἔργον = έργο , πόλεμος , δύσκολο πράγμα . ἐργώδης = κοπιαστικός . ἔρεισμα = στήριγμα . ἐρέσσω = κωπηλατώ . ἐρέτης = κωπηλάτης . ἐρῆμος = έρημος , μόνος . ἐρημόω-ῶ = ερημώνω , καταστρέφω . ἔρις = φιλονικία , άμιλλα . χεῖρας ἔρχομαί τινι = συγκρούομαι . ἔρως = έρωτας , πόθος , επιθυμία . ἐρωτάω-ῶ = ρωτώ , ζητώ να μάθω . ἔσχατος = τελευταίος , απώτατος . ἑταῖρος = φίλος , σύντροφος . ἑτοῖμος & ἕτοιμος = έτοιμος . εὐβουλία = φρόνηση . εὔβουλος = συνετός . εὐγενής = ο καλής καταγωγής . εὐδαιμονία = ευτυχία . εὐδαίμων = ευτυχής . εὐδοκιμέω-ῶ = έχω καλή φήμη , προοδεύω , εκτιμώμαι . εὐδόκιμος = έντιμος , επαινετός . εὐδοξέω-ῶ = έχω φήμη καλή . εὔελπις-ιδος = αισιόδοξος . εὐεργέτημα = ευεργεσία , υπηρεσία . εἰς λόγους ἔρχομαί τινι = έρχομαι σε διαπραγματεύσεις . εὐήθης = αφελής , ανόητος . εὐθαρσέω-ῶ = είμαι θαρραλέος . εὐκλεής = περίφημος , ένδοξος . εὔκλεια = δόξα . εὐκοσμία = ευπρέπεια , τάξη . εὐλάβεια = προσοχή . εὐλαβέομαι-οῦμαι = προσέχω , φυλάγομαι . εὐμενής = ευνοϊκός . εὔνοια = ευμένεια εὔνοιαν ἔχω τινί = δείχνω ευμένεια σε κάποιον .
379