Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Página 369

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ποιοῦμαι τήν ἐπίσκεψιν = εξετάζω , ερευνώ . ἐπισκήπτω = παραγγέλλω , εξορκίζω . ἐπισκοπέω-ῶ = επιθεωρώ , επισκέπτομαι . ἐπίσταμαι = γνωρίζω καλά . ἐπιστατέω-ῶ = είμαι επιστάτης , επόπτης , επιμελητής . ἐπιστέλλω = παραγγέλλω , διατάζω . τά ἐπιστελλόμενα = τα παραγγελλόμενα . ἐπιστήμη = γνώση , δεξιότητα . ἐπιστρεφής = προσεκτικός , έξυπνος . ἐπισφαλής = ασταθής , αβέβαιος . ἐπίσχω = εμποδίζω , σταματώ . ἐπίταξις = διαταγή . ἐπιτάσσω = διατάζω , διορίζω κάποιον ως αρχηγό . ἐπιτειχίζω = οικοδομώ φρούριο ή οχύρωμα . ἐπιτείχισμα = φρούριο , οχυρό . ἐπιτήδειος = κατάλληλος , χρήσιμος . τά ἐπιτήδεια = εφόδια , τα αναγκαία για τροφή . ἐπιτήδευμα = ασχολία , επάγγελμα . ἐπιτηδεύω = καταγίνομαι , έχω κάτι ως έργο μου , διαπράττω . ἐπιτίθημι = προσθέτω , επιφέρω δίκην ἐπιτίθημι = τιμωρώ . ἐπιτιμάω-ῶ = κατακρίνω . ἐπιτρέπω = εμπιστεύομαι , αναθέτω . ἐπιτρέπω περί ἐμαυτοῦ τῇ τύχῃ = εμπιστεύομαι τον εαυτό μου στην τύχη . ἐπιτροπεία = κηδεμονία . ἐπιτροπεύω = κηδεμονεύω . ἐπιτυγχάνω = συναντώ , τυχαία βρίσκω . ἐπιφέρω = αποδίδω , καταλογίζω , ρίχνω . ἐπιφέρομαι = ορμώ , απειλώ . ἐπίφορος = κατηφορικός , με κατεύθυνση . ἐπιχαίρω = χαίρω για κάτι . ἐπιχειρέω-ῶ = επιτίθεμαι , επιχειρώ . ἐπιχειροτονία = ψηφοφορία με ανάταση του χεριού . ἐπιχώριος = εγχώριος , ντόπιος . ἐπιψηφίζω = θέτω σε ψηφοφορία . ἔποικος = άποικος , γείτονας . ἕπομαι = ακολουθώ , καταδιώκω . ἐπονείδιστος = επαίσχυντος , αισχρός . ὡς ἔπος εἰπεῖν = για να πω έτσι .
378