Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | страница 368

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἐπελαύνω = εκστρατεύω , εφορμώ . ἐπεξάγω = εκστρατεύω , βγάζω στρατό εναντίον . ἐπέξειμι & ἐπεξέρχομαι = εξέρχομαι εναντίον , διώκω δικαστικώς . ἐπέρχομαι = επιτίθεμαι , πλησιάζω ἐπέρχεταί τινι = έρχεται στο νου κάποιου . ἐπέχω = κρατώ , αναβάλλω , εμποδίζω ἐπέχω ὧν ὥρμηκα = αναβάλλω τα σχέδιά μου . ἔπηλυς-υδος = ο φερμένος πρόσφατα ή από αλλού . ἐπιβουλεύω = σχεδιάζω κακό ἐπιβουλεύομαι = γίνομαι στόχος επιβουλής . ἐπιβουλή = εχθρικό σχέδιο , εχθρική ενέργεια . ἐπιδίδωμι = προοδεύω , αυξάνομαι . ἐπίδοξος = πιθανός , ενδεχόμενος . ἐπιθαλαττίδιος & ἐπιθαλάττιος = παραθαλάσσιος . ἐπιθορυβέω-ῶ = επιδοκιμάζω ή αποδοκιμάζω με θόρυβο . ἐπιθυμέω-ῶ = επιθυμώ τό ἐπιθυμοῦν = η επιθυμία . ἐπικαίριος & ἐπίκαιρος = επίκαιρος , κατάλληλος . ἐπικαίρια = τα σπουδαιότερα πρόσωπα ( στον στρατό ). ἐπίκειμαι = κείμαι επάνω σε κάτι , επιτίθεμαι , φέρομαι εχθρικά . ἐπικλινής = κατηφορικός . ἐπικουρία = προστασία , βοήθεια . ἐπίκουρος = βοηθός , προστάτης . ἐπιλέγω = εκλέγω . ἐπιλείπω = δεν επαρκώ , εξαντλούμαι , στερούμαι , εκλείπω . ἐπιλήσμων = αυτός που λησμονεί . ἐπίλοιπος = υπόλοιπος . ἐπιμαχέω-ῶ = συμφωνώ με κάποιον για αλληλοβοήθεια . ἐπιμαχία = αμυντική συμφωνία . ἐπιμείγνυμι = έρχομαι σε επικοινωνία , συναναστροφή . ἐπιμειξία , ἐπίμειξις = επικοινωνία , συναναστροφή . ἐπιμέλεια = φροντίδα , απασχόληση . ἐπιμελής = αυτός που φροντίζει για κάτι . ἐπίνειον (< ἐπί-ναῦς ) = ναύσταθμος , λιμάνι . ἐπινοέω-ῶ = σκέπτομαι , σχεδιάζω , μηχανεύομαι . ἐπιορκέω-ῶ = ορκίζομαι ψευδώς . ἐπίορκος = αυτός που ψευδώς ορκίζεται . ἐπιπίπτω = επιτίθεμαι , προσβάλλω , πέφτω επάνω . ἐπιπλήσσω = χτυπώ , επιπίπτω , τιμωρώ με λόγια . ἐπίπλους = ναυτική επίθεση , επιδρομή . Ἐπιπολαί = περιοχή των Συρακουσών . ἐπίσκεψις = επιθεώρηση , σκέψη , έρευνα .
377