Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Seite 360

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀποσπάω-ῶ = αποχωρίζω , αποσπώ , αποσύρω . ἀπόστασις = αποστασία , επανάσταση . ἀποστάτης = δραπέτης , λιποτάκτης , επαναστάτης . ἀποτέμνω = αποκόπτω . ἀποφαίνω = φανερώνω , αποδεικνύω . ἀποφαίνομαι = λέγω τη γνώμη μου , προτείνω . ἀποψηφίζομαι = αθωώνω , λαμβάνω αντίθετη απόφαση . ἀπραγμοσύνη = νωθρότητα , οκνηρία . ἀπράγμων-ονος = νωθρός , φιλήσυχος . ἀπραξία = αδρανεια . ἀπροφάσιστος = πιστός , ειλικρινής . πόλεμος ἀπροφύλακτος = χωρίς τη δυνατότητα προφυλάξεως ἅπτομαι τῶν πολιτικων πραγμάτων = αναμιγνύομαι στα πολιτικά ἅπτομαι τοῦ πολέμου = αρχίζω τον πόλεμο . ἀργία = ανάπαυση , οκνηρία , απραξία . ἀργός = άεργος , αδρανής . ἀρέσκω = είμαι αρεστός ἀρέσκομαι = είμαι ικανοποιημένος από κάτι . ἀρετή = ανδρεία , ικανότητα , υπεροχή . ἀριθμέω-ῶ = μετρώ , υπολογίζω . ἀριστάω-ῶ = προγευματίζω . ἀριστοκρατία = αριστοκρατικό πολίτευμα . ἄριστον = πρόγευμα . ἀρμόττω = συναρμόζω , αρμόζω . ἄρρηκτος = αδιάρρηκτος . ἀρρωστία = νόσος , ασθένεια , απροθυμία . ἄρρωστος = ασθενής , νωθρός , απρόθυμος ἀρρωστότερος γίγνομαι = δείχνομαι λιγότερο πρόθυμος . ἀρχή = έναρξη , εξουσία , κράτος . ἄρχω = κάνω αρχή , αρχίζω , κυβερνώ ὁ ἄρχων = ο αρχηγός τό ἄρχειν = η εξουσία ἄρχομαι = αρχίζω , εξουσιάζομαι . ἀρωγή = βοήθεια . ἀρωγός = βοηθός . ἀσθένεια = εξασθένηση , αδυναμία . ἄσιτος = νηστικός . ἄσπονδος = χωρίς συνθηκολόγηση . ἀσταθής = αβέβαιος , ασταθής . ἀστασίαστος = ο μη ταρασσόμενος από στάσεις . ἀτακτέω-ῶ = περνώ άτακτο βίο . ἀταξία = ακαταστασία , απειθαρχία .
369