Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 359

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀπανίσταμαι = μεταναστεύω . ἀπαντάω-ῶ = συναντώ , αποκρίνομαι , ανθίσταμαι , αντιμετωπίζω . ἅπαξ = μία φορά . ἀπειθέω-ῶ = δεν υπακούω . ἀπειθής = ανυπάκουος . ἄπειμι = είμαι μακριά , απουσιάζω . ἄπειρος = χωρίς δοκιμή , άπειρος , αμαθής . μηδενός ἀπείρως ἔχω = τίποτε δεν αφήνω αδοκίμαστο . ἀπελαύνω = εξορίζω , απομακρύνω . ἀπεχθάνομαι = μισούμαι . ἀπέχθεια = αντιπάθεια . ἀπεχθής = μισητός , δυσάρεστος , εχθρικός . ἀπέχω-ομαι = απέχω . ἀπίθανος = απίστευτος , μη πειστικός . ἀπιστέω-ῶ = δυσπιστώ , αμφιβάλλω . ἀπιστία = δυσπιστία , καχυποψία . ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν = για να πω γενικά . ἀποβάλλω = απορρίπτω . ἀπογιγνώσκω = απελπίζομαι , αθωώνω . ἀποδείκνυμι = καθιστώ γνωστό , αποδεικνύω . ἀποδίδωμι = επιστρέφω , ανακοινώνω ἀποδίδωμι τά ὀνόματα = ανακοινώνω τα ο- νόματα . ἀποθνῄσκω = πεθαίνω , φονεύομαι . ἀποικίζω = ιδρύω αποικία . ἀποκάμνω = κουράζομαι , παραμελώ . αποκνέω-ῶ = διστάζω , φοβούμαι ἀποκνῶ τόν πλοῦν = από φόβο αναβάλλω την εκστρατεία . ἀποκτείνω = σκοτώνω , θανατώνω . ἀπολαμβάνω = παίρνω , δέχομαι , αποκλείω . ἀπολαύω = καρπούμαι , απολαμβάνω . ἀπολείπω = αφήνω πίσω , εγκαταλείπω . ἄπολις , -ιδος = εξόριστος , ο χωρίς πατρίδα ἄπολις γίγνομαι = χάνω την πατρίδα μου . ἀπόλλυμι = χάνω , φονεύω , καταστρέφω . ἀπολύω = λύνω , ελευθερώνω , αθωώνω ἀπολύομαι αἰτίας ή βλασφημίας ή διαβολάς = ανασκευάζω κατηγορίες ή κακολογίες ή συκοφαντίες . ἄπονος = άκοπος , οκνηρός . ἀπορία = δυσκολία , έλλειψη εις απορίαν καθίσταμαι = περιέρχομαι σε δύσκολη θέση ἀπόρως ἔχω ( διάκειμαι – διατίθεμαι ) = βρίσκομαι σε αμηχανία .
368