Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 358

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀντέχω = διαρκώ , παρατείνομαι ἀντέχομαί τινος = είμαι προσκολλημένος σε κάτι . ἀντιβαίνω = βαδίζω εναντίον . ἀντιβοηθέω-ῶ = ανταποδίδω τη βοήθεια . ἀντιδίδωμι = ανταποδίδω , ανταλλάσσω . ἀντιδικία = φιλονικία . ἀντίδικος = αντίπαλος σε δίκη . ἀντικαταλλάσσω = ανταλλάσσω , συμφιλιώνομαι . ἀντικόπτω = αντικρούω , αντιστέκομαι . ἀντιλέγω = αντιλέγω , φιλονικώ . ἀντίος = αντιμέτωπος . ἀντιπαραβάλλω = συγκρίνω . ἀντιπαρατάσσω = παρατάσσω απέναντι κάποιου . ἀντιπαρέρχομαι = πορεύομαι παράλληλα . ἀντιπάσχω = κι εγώ παθαίνω κακό . ἀντιπέμπω = στέλνω εναντίον . ἀντιποιέω-ῶ = ανταποδίδω κάτι καλό ή κακό αντιποιούμαι τινος τινί = προβάλλω αξιώσεις σε κάποιον για κάτι , προβάλλω δικαιώματα . ἀντίπορος = αντικρινός . ἀντίπρωρος = αντιμέτωπος νῆες ἀντίπρωροι = πλοία έτοιμα προς ναυμαχία . ἀντιτάσσω = παρατάσσω εναντίον κάποιου . ἀντιτίθημι = αντιτάσσω . ἀνυδρία = ξηρασία . ἀνυπόδητος = χωρίς υποδήματα . ἀνύτω & ἀνύω = τελειώνω , κατορθώνω , διανύω . ἄνωθεν = εκ των άνω οἱ ἄνωθεν = οι πρόγονοι . ἀνωμοτί = χωρίς όρκο . ἀνώμοτος = αυτός που δεν ορκίσθηκε . ἀνωφερής = ανηφορικός . ἄξιος (< ἄγω ) = άξιος πολλοῦ ἄξιος = αξιόλογος πλείονος ἄξιος = χρησιμότερος οὐδενός ἄξιος = ασήμαντος σῖτος ἄξιος = σίτος φθηνός . ἀξιόχρεως = αξιόπιστος . ἀξιόω-ῶ = θεωρώ κάποιον άξιο , έχω τη γνώμη . ἀξύμφορος = επιζήμιος . ἀπαγγέλλω = αναγγέλλω ἀπαγγέλλω πόλεμον = κηρύττω πόλεμο . ἀπαγορεύω = απαγορεύω , εξασθενώ , κουράζομαι . ἀπάγω = απομακρύνω , οδηγώ , προσάγω στο δικαστήριο ή δεσμωτήριο . ἀπαθής = αναίσθητος , αβλαβής , χωρίς ατύχημα . ἀπαλλάττω = απαλλάσσω , απολύω ἀπαλλάττομαι = αποχωρώ .
367