Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 357

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀνάστατος = ο διωγμένος από την πατρίδα ἀνάστατος γίγνομαι = ερημώνομαι , καταστρέφομαι ἀνάστατον ποιῶ = ερημώνω , καταστρέφω . ἀναστρέφω = ανατρέπω , γυρίζω πίσω ἀναστρέφομαι = κάνω στροφή . ἀναστροφή = επιστροφή , περιστροφή . ἀναχωρέω-ῶ = υποχωρώ . ἀνδραποδίζω = καθιστώ κάποιον δούλο . ἀνδράποδον = δούλος . ἀνείργω = εμποδίζω . ἀνεπιτήδειος = ακατάλληλος , ανίκανος . ἀνέχω = κρατώ ψηλά , ανυψώνω ἀνέχομαι = ανέχομαι , τολμώ , υποφέρω . ἀνήκεστος = αγιάτρευτος , ανεπανόρθωτος . ἀνθίστημι = στήνω αντιθέτως ἀνθίσταμαι = εναντιώνομαι . ἀνθρώπειος = ανθρώπινος . ἀνία = θλίψη , πόνος , πλήξη . ἀνιαρός = ενοχλητικός , θλιβερός . ἀνιάω-ῶ = προξενώ λύπη ἀνιῶμαι = λυπούμαι , στενοχωρούμαι . ἀνίημι = αφήνω , χαλαρώνω . ἀνίστημι = σηκώνω , μετακινώ ἀνίσταμαί τινι = σηκώνομαι για να επιτεθώ εναντίον κάποιου ἀνίσταμαι υπό τινος = διώχνομαι . ἄνοια = μωρία , ανοησία . ἀνοικίζω = ανοικοδομώ , μετοικίζω κάποιον , ερημώνω . ἀνοικίζομαι = εγκαθίσταμαι στο εσωτερικό μιας χώρας , μετοικώ στα μεσόγεια . ἀνοιμώζω = στενάζω , θρηνώ . ἀνομία = παρανομία . ἄνομος = παράνομος , χωρίς νόμο . ἀνορθόω-ῶ = αποκαθιστώ , επανορθώνω . ἄνους = ανόητος . ἀνταγορεύω = αντιλέγω . ἀνταγωνίζομαι = συναγωνίζομαι . ἀντιδικέω-ῶ = ανταποδίδω την αδικία . ἀνταίρω = ανθίσταμαι . ἀντανάγω = εκπλέω , επιτίθεμαι , βγαίνω στο πέλαγος . ἀνταποδίδωμι = ανταποδίδω . ἀνταπόλλυμι = αντεκδικούμενος καταστρέφω . ἀντεκπέμπω = στέλνω κι εγώ εναντίον κάποιου . ἀντεξάγω = εξάγω στράτευμα εναντίον εχθρού . ἀντεπάγω = οδηγώ στρατό εναντίον εχθρού . ἀντεπιτίθημι = κάνω αντεπίθεση .
366