Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 356

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀλλόφυλος = αλλοεθνής . ἄλογος = παράλογος , ακατανόητος . ἅλωσις = κατάκτηση , καταδίκη . ἁλωτός (< ἁλίσκομαι ) = αυτός που μπορεί να κυριευθεί , κατακτηθεί . ἅμα = αμέσως , συγχρόνως , μαζί . ἀμαθία & ἀμάθεια = άγνοια . ἁμαρτάνω = αποτυγχάνω , σφάλλομαι . ἁμάρτημα = σφάλμα , αδίκημα . ἁμαρτία = αποτυχία , σφάλμα . ἀμέλεια = αδιαφορία . ἀμελέω-ῶ = παραμελώ , αδιαφορώ . ἀμελής = αδιάφορος . ἀμηχανία = απορία , στενοχώρια . ἄμιλλα = συναγωνισμός , αγώνας . ἀμνημονέω-ῶ = λησμονώ . ἀμνήμων-ονος = αυτός που λησμονεί . ἀμύνω = βοηθώ , αποκρούω , αγωνίζομαι για κάποιον . ἀμύνομαι = αποκρούω . ἀμφότεροι & ἄμφω = και οι δύο . ἀναβαίνω = ανεβαίνω . ἀναβάλλω = αναβάλλω . ἀναβολή = αναβολή , καθυστέρηση . ἀναγγέλλω = αναγγέλλω . ἀναγορεύω = ανακηρύττω , διακηρύττω . ἀνάγω = μεταφέρω , οδηγώ προς τα άνω ἡ ναῦς ἀνάγεται = το πλοίο βγαίνει στο ανοικτό πέλαγος . ἀναγωγή = απόπλους , οδήγηση πλοίου στα ανοιχτά . ἀνάδοτος = ο επιστρεφόμενος . ἀναιρέω-ῶ & ἀναιροῦμαι = σηκώνω , λαμβάνω , περισυλλέγω και θάβω , καταστρέφω , αφαιρώ ἀνεῖλεν ( ἡ Πυθία ἢ ὁ θεός ) = χρησμοδότησε . ἀναλγησία = αναισθησία . ἀνάλγητος = αναίσθητος , σκληρός . ἀναλίσκω & ἀναλόω-ῶ = δαπανώ . ἀναμένω = αναμένω , υπομένω . ἀναμιμνήσκω = υπενθυμίζω ἀναμιμνήσκομαι = θυμάμαι . ἀνάντης = ανηφορικός . ἀναπείθω = μεταπείθω ἀναπείθομαι = αλλάζω γνώμη . ἀνασκοπέω-ῶ = επιθεωρώ , παρατηρώ .
365