Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
αἴρω τεῖχος = υψώνω τείχος αἴρω τὰς ναῦς = απομακρύνω τα πλοία αἴρω ταῖς ναυσὶ = αποπλέω αἴρω τῷ στρατῷ = ξεκινώ . αἴρομαι κίνδυνον ( πόλεμον ) = αναλαμβάνω τον κίνδυνο ( τον πόλεμο ). αἰσθάνομαι = αντιλαμβάνομαι , μαθαίνω . αἰσχρός = επονείδιστος . αἰσχύνη = ντροπή . αἰσχύνω = ασχημίζω , ντροπιάζω . αἰσχύνομαι = ντρέπομαι , σέβομαι . αἰτέω-ῶ & αἰτοῦμαι = ζητώ , παρακαλώ . αἰτία = αιτία , αφορμή , κατηγορία αἰτίαν ἔχω ( ὑπέχω ) = κατηγορούμαι ἐν αἰτίᾳ ἔχω τινά = κατηγορώ ἀπολύω τινά τῆς αἰτίας = απαλλάσσω κάποιον από την κατηγορία . αἰτιάομαι-ῶμαι = κατηγορώ . αἰών = ζωή , αιώνας ὁ σύμπας αἰών = αιωνιότητα . ἀκμάζω = είμαι ακμαίος ὁ σῖτος ἀκμάζει = είναι ώριμος . ἀκμή = ακμή , αιχμή . ἀκολασία = ασωτία . ἀκούω = ακούω εὖ ἀκούω = επαινούμαι κακῶς ἀκούω = κακολογούμαι . ἄκρα = ακρωτήριο . ἀκραιφνής (< ἀκεραιος + φαίνομαι ) = ειλικρινής , ολόκληρος . ἀκρασία = ακολασία , ακράτεια . ἀκρατής = αχαλίνωτος , ο μη εγκρατής . ἀκρισία = σύγχυση . ἄκριτος = συγκεχυμένος . ἀκροάομαι-ῶμαι = ακούω . ἄκρον = κορυφή , ακρωτήριο . ἄκων = χωρίς τη θέληση . ἀλγέω-ῶ = πονώ , θλίβομαι . ἀλγηδών = πόνος , θλίψη . ἄλγος = πόνος , θλίψη . ἀλήτης = περιπλανώμενος . ἀλίσκομαι = κυριεύομαι , συλλαμβάνομαι , καταδικάζομαι . ἀλκιμος = ρωμαλέος , ανδρείος . ἀλλάτω = αλλάζω , μεταβάλλω , ανταλλάσσω . ἀλλαχῇ-ἀλλαχοῦ-ἀλλαχόθι-ἄλλοθι = αλλού . ἀλλαχόθεν = από αλλού . ἀλλαχόσε-ἄλλοσε = σε άλλο μέρος . ἀλλότριος = ξένος τὰ αλλότρια = ξένες υποθέσεις ἀλλοτρίως ἔχω ή διάκειμαι πρός τινα = έχω εχθρικές διαθέσεις .
364