Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Seite 354

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἄγω εἰς δίκην = σύρω στο δικαστήριο . ἄγομαι φόνου = κατηγορούμαι για φόνο . ἀγὼν = αγώνας , μάχη , άμιλλα , στάδιο , δίκη . μέγας ἀγὼν = σπουδαία δίκη καθίστημί τινα εἰς ἀγῶνα = μπλέκω κάποιον σε δίκη ποιῶ ἀγῶνα σωμάτων = καθιερώνω αγώνα επιδείξεως σωματικής δυνάμεως . ἀγωνίζομαι = διεξάγω αγώνα . ἀγωνίζομαι περὶ τοῦ σώματος = διεξάγω δικαστικό αγώνα περί ζωής ή θανάτου . ἀγώνισμα = αγώνας , ανδραγάθημα , κατόρθωμα . ἄδηλος = μη φανερός , αφανής . ἀδιάλλακτος = αυτός που δεν συμφιλιώνεται . ἀδικέω-ῶ = αδικώ , βλάπτω . ἀδίκημα = άδικη πράξη . ἀδόκιμος = άσημος . ἀδοξέω-ῶ = δεν έχω καλή φήμη . ἀδοξία = κακή φήμη , ασημότητα . ἀδοξος = αφανής , άσημος . ἀδυναμία & ἀδυνασία = αδυναμία . ἀδυνατέω-ῶ = δεν μπορώ . ἀδωροδόκητος & ἀδωροδόκος = αυτός που δεν δέχεται δώρα . Ἀθήναζε = προς Αθήνα Ἀθήνηθεν = από την Αθήνα Ἀθήνησι = στην Αθήνα ( στάση ). ἆθλον = έπαθλο , βραβείο ἆθλα τίθεται = προκηρύσσονται βραβεία . ἀθροίζω = συγκεντρώνω . ἀθρόος = συγκεντρωμένος , πυκνός . ἀθυμέω-ῶ = χάνω το θάρρος μου , στενοχωρούμαι . ἀθυμία = απογοήτευση , έλλειψη θάρρους . ἀθύμως έχω = χάνω το θάρρος μου . αἰδέομαι-οῦμαι = ντρέπομαι , σέβομαι . αἴδιος = αιώνιος . αἰδὼς = ντροπή , σεβασμός . αἰνέω-ῶ = εγκωμιάζω , εγκρίνω . αἰνίττομαι = μιλώ αινιγματικά , υπονοώ . αἵρεσις = άλωση , κατάληψη , εκλογή , προτίμηση . αἵρεσιν δίδωμι = παρέχω το δικαίωμα της εκλογής . αἵρεσιν λαμβάνω = έχω το δικαίωμα της εκλογής . αἱρέω-ῶ = λαμβάνω , συλλαμβάνω , κυριεύω . αἱροῦμαι = εκλέγω , προτιμώ , εκλέγομαι δίκην ( γραφὴν ) αἱρῶ = κερδίζω δίκη . αἴρω = υψώνω , μεταφέρω , απομακρύνω . αἴρομαι = υψώνομαι .
363