Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
Βασικό λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας
ἄβατος = ο μη βατός , αδιάβατος , απαραβίαστος . ἀβέβαιος = ασταθής , άστατος . ἀβίωτος = ανυπόφορος ἀβίωτόν ἐστι τινὶ = ο βίος είναι ανυπόφορος σε κάποιον . ἀβοητὶ = χωρίς βοή . ἀβουλεύω = δεν θέλω να … ἀβουλία = έλλειψη σκέψεως , απερισκεψία . ἄβουλος = αυτός που δεν θέλει , απερίσκεπτος . ἀβούλως = απερίσκεπτα , ασύνετα . ἁβρὸς = λεπτός , χαριτωμένος , κομψός . ἀγαθὸς = καλός , ευγενής , ανδρείος · ἀγαθὰ φρονῶ = έχω καλά αισθήματα ἀγαθὰ πάσχω = ευεργετούμαι . ἄγαμαι = θαυμάζω , επαινώ . ἄγαν = πολύ . ἀγαπάω-ῶ = αγαπώ , αρκούμαι σε κάτι . ἀγαπητῶς = πρόθυμα , με χαρά , αρκετά . ἀγγελία ( ἄγγελος ) = είδηση , αγγελία . ἀγγέλλω = αναγγέλλω . ἄγγελος = αγγελιοφόρος . ἀγνοέω-ῶ = αγνοώ . ἄγνοια = άγνοια , αμάθεια . ἀγνωμονέω-ῶ = ενεργώ ασύνετα . ἀγνωμόνως = αναίσθητα . ἀγνωμοσύνη = αναισθησία , δυσμένεια . ἀγνώμων = αναίσθητος , απερίσκεπτος . ἀγνωσία = άγνοια , αφάνεια . ἄγονος ( ἀ + γονὴ ) = άκαρπος , στείρος , άτεκνος . ἀγορὰ = συγκέντρωση , τόπος συνελεύσεως ἀγορὰν παρέχω = παρέχω τρόφιμα προς αγορά . ἀγορεύω = δημηγορώ κακῶς ἀγορεύω = κακολογώ . ἀγχιστεία = συγγένεια . ἄγω = οδηγώ , φέρω ἄγω εἰρήνην = έχω ειρήνη σχολὴν ἄγω = σχολάζω ἡσυχίαν ἄγω = ησυχάζω ἄγω καὶ φέρω = λεηλατώ .
362