Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
171 . χωρέω-ῶ : υποχωρώ , προχωρώ , περιέχω
χωρῶ , ἐχώρουν , χωρήσομαι καὶ χωρήσω , ἐχώρησα , κεχώρηκα , ἐκεχωρήκειν – παθητικό πάντοτε σύνθετο : συγχωροῦμαι ( παραδέχομαι ), συνεχωρούμην , συγχωρηθήσομαι , συνεχωρήθην , συγκεχώρημαι , συνεκεχωρήμην
172 . ψηφίζω : λογαριάζω με ψηφίδες , ψηφίζω , αποφασίζω
στους αττικούς πάντοτε σύνθετο : ἐπιψηφίζω , ἐπεψήφιζον , ἐπιψηφιῶ , ἐπεψήφισα , ἐπεψήφικα , ἐπεψηφίκειν – ψηφίζομαι ( αποφασίζω ), ἐψηφιζόμην , ψηφιοῦμαι , ψηφισθήσομαι , ἐψηφισάμην , ἐψηφίσθην , ἐψήφισμαι , ἐψηφίσμην
173 . ὠνέομαι-οῦμαι : αγοράζω , μισθώνω
ὠνοῦμαι , ἐωνούμην , ὠνήσομαι , ὠνηθήσομαι , ἐπριάμην , ἐωνήθην , ἐώνημαι , ἐωνήμην
174 . ὠφελέω-ῶ : ωφελώ , βοηθώ , υποστηρίζω
ὠφελῶ , ὠφέλουν , ὠφελήσω , ὠφέλησα , ὠφέληκα , ὠφελήκειν – ὠφελοῦμαι , ὠφελούμην , ὠφελήσομαι , ὠφεληθήσομαι , ὠφελήθην , ὠφέλημαι , ὠφελήμην
360