Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
162 . φημί : λέω , ισχυρίζομαι , διακηρύσσω φημί , ἔφην καὶ ἔφασκον , φήσω , ἔφησα , εἴρηκα , εἰρήκειν
163 . φθάνω : φθάνω , προφθάνω , κάνω κάτι πρώτος φθάνω , ἔφθανον , φθήσομαι , ἔφθην , ἔφθακα , ἐφθάκειν
164 . φθείρω : καταστρέφω , διαρπάζω , καταστρέφω , φονεύω
φθείρω , ἔφθειρον , φθερῶ , ἔφθειρα , ἔφθαρκα , ἐφθάρκειν – φθείρομαι , ἐφθειρόμην , φθεροῦμαι , φθαρήσομαι , ἐφθάρην , ἔφθαρμαι , ἐφθάρμην
165 . φοβέω-ῶ : φοβίζω , προξενώ φόβο
φοβῶ , ἐφόβουν , φοβήσω , ἐφόβησα – φοβοῦμαι , ἐφοβούμην , φοβήσομαι , ἐφοβήθην , πεφόβημαι , ἐπεφοβήμην
166 . φρονέω-ῶ : σκέπτομαι , συλλογίζομαι , νομίζω φρονῶ , ἐφρόνουν , φρονήσω , ἐφρόνησα , πεφρόνηκα , ἐπεφρονήκειν
167 . φυλάττω και φυλάσσω : φυλάσσω , προσέχω , υπερασπίζομαι , παραμονεύω
φυλάττω , ἐφύλαττον , φυλάξω , ἐφύλαξα , πεφύλαχα , ἐπεφυλάχειν – φυλάττομαι , ἐφυλαττόμην , φυλάξομαι , ἐφυλαξάμην , ἐφυλάχθην , πεφύλαγμαι , ἐπεφυλάγμην
168 . φύω : παράγω , γεννώ , κάνω κάτι να φυτρώσει
φύω , ἔφυον , φύσω , ἔφυσα – φύομαι , ἐφυόμην , φύσομαι , ἔφυν , πέφυκα , ἐπεφύκειν
169 . χρή καὶ χρεών ἐστι : πρέπει , είναι ανάγκη χρή , χρῆν καὶ ἐχρῆν , χρήσται
170 . χρήομαι-ῶμαι : μεταχειρίζομαι , χρησιμοποιώ , έχω χρῶμαι , ἐχρώμην , χρήσομαι , ἐχρησάμην , ἐχρήσθην , κέχρημαι , ἐκεχρήμην
359