Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
ἀτιμάζω = δεν τιμώ , βρίζω , προσβάλλω . ἄτιμος = αυτός που στερήθηκε τα πολιτικά του δικαιώματα . ἀτιμόω-ῶ = αφαιρώ από κάποιον δικαιώματα . ἀτραπός = οδός , μονοπάτι . ἀτυχέω-ῶ = αποτυγχάνω , νικιέμαι . αὐθάδεια = θράσος . αὐθάδης = θρασύς . αὖθις = πάλι , πίσω , στο μέλλον . αὐτοβοεί = με τον πρώτο αλαλαγμό της εφόδου . αὐτοκράτωρ = με πλήρη εξουσία . αὐτόματος = αυτόματα , αυθόρμητα αὐτόματος θάνατος = ο φυσικός θάνατος . αὐτονομία = πολιτική ανεξαρτησία . αὐτόνομος = αυτοδιοίκητος . αὐτόχθων-ονος = γηγενής , ντόπιος . ἀφαιρέω-ω & ἀφαιροῦμαι = αφαιρώ . ἀφανής = αόρατος , άσημος , σκοτεινός . ἀφηγέομαι-οῦμαι = οδηγώ , εξηγώ . ἀφίημι = αφήνω , ελευθερώνω , αθωώνω . ἀφικνέομαι-οῦμαι = φθάνω , έρχομαι . ἀφίστημι = απομακρύνω , εμποδίζω . ἀφίσταμαι = απέχω , αποφεύγω , αποστατώ , επαναστατώ . ἀφροσύνη = απερισκεψία . ἄφρων-ονος = ανόητος , παράφρων . ἀχαριστία = αγνωμοσύνη . ἄχθομαι = αγανακτώ , στενοχωρούμαι . ἄχθος = βάρος , λύπη .
βαίνω = βαδίζω , πορεύομαι . βάλλω = ρίχνω , χτυπώ , ρίχνω ( ακόντιο ) από μακριά . βάρβαρος = ο μη ελληνικός , ο ξένος . βαρύς εἰμί τινι = είμαι ενοχλητικός σε κάποιον . βαρέως φέρω = δυσανασχετώ . βέβαιος = σταθερός , ασφαλής . βιάζομαι = πιέζομαι , καταβάλλομαι , εξαναγκάζομαι . βιάζομαι τόν ἔκπλουν = περνώ με βία το στόμιο του λιμένα . βίος = βίος , περιουσία , τα μέσα προς τη ζωή .
370