Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
120 . ὁράω-ω : βλέπω
ὁρῶ , ἑώρων , ὄψομαι , εἶδον , ἑόρακα καὶ ὄπωπα , ἑωράκειν καὶ ὠπώπειν - ὁρῶμαι , ἑωρώμην , ὀφθήσομαι , εἰδόμην , ὤφθην , ἑόραμαι καὶ ὦμμαι , ἑωράμην καὶ ὤμμην
121 . ὀφείλω : χρωστώ
ὀφείλω , ὤφειλον , ὀφειλήσω , ὠφείλησα καὶ ὤφελον , ὠφείληκα , ὠφειλήκειν – ὀφείλομαι , ὠφειλόμην , ὠφειλήθην
122 . ὀφλισκάνω : οφείλω , χρωστώ στο δημόσιο , καταδικάζομαι σε πρόστιμο ὀφλισκάνω , ὠφλίσκανον , ὀφλήσω , ὦφλον , ὤφληκα , ὠφλήκειν
123 . παρασκευάζω : ετοιμάζω
παρασκευάζω , παρεσκεύαζον , παρασκευάσω , παρεσκεύασα , παρεσκεύακα , παρεσκευάκειν – παρασκευάζομαι , παρεσκευαζόμην , παρασκευάσομαι , παρεσκευασθήσομαι , παρεσκευασάμην , παρεσκευάσθην , παρεσκεύασμαι , παρεσκευάσμην
124 . πάσχω : υποφέρω , παθαίνω κάτι πάσχω , ἔπασχον , πείσομαι , ἔπαθον , πέπονθα , ἐπεπόνθειν
125 . πείθω : πείθω
πείθω , ἔπεισον , πείσω , ἔπεισα καὶ ἔπιθον , πέπεικα , ἐπεπείκειν – πείθομαι , ἐπειθόμην , πείσομαι , πεισθήσομαι , ἐπιθόμην , ἐπείσθην , πέπεισμαι , ἐπεπείσμην
126 . πειράω-ῶ : αποκτώ πείρα , προσπαθώ , δοκιμάζω
πειρῶ , ἐπείρων , πειράσω , ἐπείρασα – πειρῶμαι , ἐπειρώμην , πειράσομαι , πειραθήσομαι , ἐπειρασάμην , ἐπειράθην , πεπείραμαι , ἐπεπειράμην
127 . πέμπω : στέλνω
πέμπω , ἔπεμπον , πέμψω , ἔπεμψα , πέπομφα , ἐπεπόμφειν – πέμπομαι , ἐπεμπόμην , πέμψομαι , πεμφθήσομαι , ἐπεμψάμην , ἐμπέμφθην , πέπεμμαι , ἐπεπέμμην
128 . περαίνω : τελειώνω
περαίνω , ἐπέραινον , περανῶ , ἐπέρανα – περαίνομαι , ἐπεραινόμην , περανοῦμαι , ἐπερανάμην , ἐπεράνθην , πεπέρασμαι , ἐπεπεράσμην
354