Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 345

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
112 . οἶδα : γνωρίζω οἶδα , ᾔδειν καὶ ᾔδη , εἴσομαι καὶ εἰδήσω , ἔγνων , ἔγνωκα , ἐγνώκειν
113 . οἰκέω-ῶ : κατοικῶ
οἰκῶ , ᾤκουν , οἰκήσω , ᾤκησα , ᾤκηκα , ᾠκήκειν – οἰκοῦμαι , ᾠκούμην , οἰκήσομαι , ᾠκησάμην , ᾠκήθην , ᾤκημαι , ᾠκήμην
114 . οἰκίζω : εγκαθιδρύω , εγκαθιστώ , ιδρύω αποικία
οἰκίζω , ᾤκιζον , οἰκιῶ , ᾤκισα – οἰκίζομαι , ᾠκιζόμην , οἰκιοῦμαι , οἰκισθήσομαι , ᾠκισάμην , ᾠκίσθην , ᾤκισμαι , ᾠκίσμην
115 . οἰκοδομέω-ῶ : χτίζω , κατασκευάζω
οἰκοδομῶ , ᾠκοδόμουν , οἰκοδομήσω , ᾠκοδόμησα , ᾠκοδόμηκα , ὠκοδομήκειν – οἰκοδομοῦμαι , ᾠκοδομούμην , οἰκοδομηθήσομαι , ᾠκοδομησάμην , ᾠκοδομήθην , ᾠκοδόμημαι , ᾠκοδομήμην
116 . οἰομαι καὶ οἶμαι : νομίζω , υποθέτω οἰομαι καὶ οἶμαι , ᾠόμην καὶ ὤμην , οἰήσομαι , ᾠήθην
117 . ὄλλυμι καὶ ὀλλύω : αφανίζω , καταστρέφω
πάντοτε σύνθετο : ἀπόλλυμι καὶ ἀπολλύω , ἀπώλλυν καὶ ἀπώλλυον , ἀπολῶ , ἀπώλεσα , ἀπολώλεκα , ἀπωλωλέκειν – ἀπόλλυμαι , ἀπωλλύμην , ἀπολοῦμαι , ἀπωλόμην , ἀπόλωλα , ἀπωλώλειν
118 . ὄμνυμι καὶ ὀμνύω : ορκίζομαι
ὄμνυμι καὶ ὀμνύω , ὤμνυν καὶ ὤμνυον , ὀμοῦμαι , ὤμοσα , ὀμώμοκα , ὠμωμόκειν – ὄμνυμαι , ὠμνύμην , ὀμοσθήσομαι , ὠμοσάμην , ὠμόσθην καὶ ὠμόθην , ὀμώμοσμαι
119 . ὁμολογέω-ω : παραδέχομαι , υπόσχομαι
ὁμολογῶ , ὡμολόγουν , ὁμολογήσω , ὡμολόγησα , ὡμολόγηκα , ὡμολογήκειν – ὁμολογοῦμαι , ὡμολογούμην , ὁμολογήσομαι , ὡμολογησάμην , ὡμολογήθην , ὡμολόγημαι , ὡμολογήμην
353