Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
104 . μάχομαι : αγωνίζομαι , πολεμώ
μάχομαι , ἐμαχόμην , μαχοῦμαι καὶ μαχήσομαι , ἐμαχεσάμην , μεμάχημαι , ἐμεμαχήμην
105 . μείγνυμι και μειγνύω : ανακατεύω
μείγνυμι καὶ μειγνύω , ἐμείγνυν καὶ ἐμείγνυον , μείξω , ἔμειξα , μέμειχα , ἐμεμείχειν – μείγνυμαι , ἐμειγνύμην , μείξομαι , μειχθήσομαι καὶ μιγήσομαι , ἐμειξάμην , ἐμείχθην και ἐμίγην , μέμειγμαι , ἐμεμείγμην
106 . μέλει : υπάρχει φροντίδα ( απρόσωπο ) μέλει , ἔμελε , μελήσει , ἐμέλησε , μεμέληκε , ἐμεμελήκει μέλλω : σκοπεύω να , πρόκειται να , αναβάλλω , βραδύνω , καθυστερώ
μέλλω , ἔμελλον καὶ ἤμελλον , μελλήσω , ἐμέλλησα καὶ ἠμέλλησα – μέλλεται ( αναβάλλεται )
107 . μένω : μένω , περιμένω μένω , ἔμενον , μενῶ , ἔμεινα , μεμένηκα , ἐμεμενήκειν
108 . μιμνήσκω : θυμίζω
μιμνῄσκω , ἐμίμνῃσκον , μνήσω , ἔμνησα – μιμνῂσκομαι , ἐμιμνῃσκόμην , μνήσομαι , μνησθήσομαι , ἐμνησάμην , ἐμνήσθην , μέμνημαι , ἐμεμνήμην
109 . νέμω : μοιράζω , απονέμω , κατοικώ , διοικώ , βόσκω
νέμω , ἔνεμον , νεμῶ , ἔνειμα , νενέμηκα , ἐνενεμήκειν – νέμομαι , ἐνενόμην , νεμοῦμαι , νεμηθήσομαι , ἐνειμάμην , ἐνεμήθην , νενένημαι , ἐνενεμήμην
110 . νοέω-ῶ : σκέφτομαι , εννοώ
νοῶ , ἐνόουν , νοήσω , ἐνόησα , νενόηκα , ἐνενοήκειν – νοοῦμαι , ἐνοούμην , νοήσομαι , νοηθήσομαι , ἐνοησάμην , ἐνοήθην , νενόημαι , ἐνενοήμην
111 . νομίζω : θεωρώ , πιστεύω , παραδέχομαι
νομίζω , ἐνόμιζον , νομιῶ , ἐνόμισα , νενόμικα , ἐνενομίκειν – νομίζομαι , ἐνομιζόμην , νομιοῦμαι , νομισθήσομαι , ἐνομίσθην , νενόμισμαι , ἐνενομίσμην
352