Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου «Το άγνωστο κείμενο» | Page 343

Αρχαία Ελληνικά Β΄ Λυκείου : « Το άγνωστο κείμενο »
96 . κτείνω : σκοτώνω
συνήθως σύνθετο : ἀποκτείνω , ἀπέκτεινον , ἀποκτενῶ , ἀπέκτεινα και ἀπέκτανον ( αορ . β΄ ), ἀπέκτονα , ἀπεκτόνειν – ἀποκτείνομαι , ἀπεκτεινόμην ( κανονικά παθητικό του αποκτείνω είναι το ἀποθνῄσκω )
97 . λαγχάνω : παίρνω με κλήρο , μετέχω
λαγχάνω , ἐλάγχανον , λήξομαι , ἔλαχον , εἴληχα , εἰλήχειν - λαγχάνομαι , ἐλαγχανόμην , ἐλήχθην , εἴληγμαι , εἰλήγμην
98 . λαμβάνω : λαμβάνω , παίρνω
λαμβάνω , ἐλάμβανον , λήψομαι , ἔλαβον , εἴληφα , εἰλήφειν – λαμβάνομαι , ἐλαμβανόμην , ληφθήσομαι , ἐλαβόμην , ἐλήφθην , εἴλημμαι , εἰλήμμην
99 . λανθάνω : διαφεύγω την προσοχή
λανθάνω , ἐλάνθανον , λήσομαι , ἔλαθον , λέληθα , ἐλελήθειν – μέσο μόνο σύνθετο : ( ἐπιλανθάνομαι : λησμονὼ ), ἐπιλανθάνομαι , ἐπελανθανόμην , ἐπιλήσομαι , ἐπελαθόμην , ἐπιλέλησμαι , ἐπελελήσμην
100 . λέγω : συλλέγω , συγκεντρώνω ( παντοτε σύνθετο )
συλλέγω , συνέλεγον , συλλέξω , συνέλεξα , συνείλοχα , συνειλόχειν – συλλέγομαι , συνελεγόμην , συλλέξομαι , συλλεχθήσομαι καὶ συλλεγήσομαι , συνελεξάμην , συνελέχθην , συνελέγην , συνείλεγμαι , συνειλέγμην
101 . λέγω : λέω , ομιλώ
λέγω , ἔλεγον , λέξω καὶ ἐρῶ , ἔλεξα καὶ εἶπα καὶ εἶπον , εἴρηκα , εἰρήκειν – λέγομαι , ἐλεγόμην , λεχθήσομαι καὶ ῥηθήσομαι , ἐλέχθην καὶ ἐρρήθην , εἴρημαι , εἰρήμην
102 . λείπω : αφήνω
λείπω , ἔλειπον , λείψω , ἔλιπον , λέλοιπα , ἐλελοίπειν – λείπομαι , ἐλειπόμην , λείψομαι , λειφθήσομαι , ἐλιπόμην , ἐλείφθην , λέλειμμαι , ἐλελείμμην
103 . μανθάνω : μαθαίνω , κατανοώ μανθάνω , ἐμάνθανον , μαθήσομαι , ἔμαθον , μεμάθηκα , ἐμεμαθήκειν
351